το χωριο μας

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

μαλάκα μου, άδραξε τη γαμημένη μέρα



Carpe fuckin’ diem         sanejoker


Υπάρχει εκείνος ο χιμαιρικός αφορισμός, εκείνος που λατρέψαμε απ’ τα χείλη του δικού μας Οράτιου, του oh-captain-my-captain Ρόμπιν Ουίλιαμς:
Carpe diem, seize the day, άδραξε την ημέρα, ζήσε το σήμερα σαν να ‘ναι η τελευταία σου μέρα, YOLO!
Το πιστέψαμε όταν ήμασταν νέοι, το πράξαμε και το φωνάξαμε κάποιες μέρες, ειδικά σε στιγμές γλεντιού και αναπάντεχης ευτυχίας, το νιώσαμε όταν κάναμε τις μικρές μας επαναστάσεις, όταν παραιτηθήκαμε μεγαλειωδώς απ’ τη βαρετή δουλειά ή την τοξική σχέση, όταν αγοράσαμε ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για κάπου, φωνάζοντας: Πουτάνα όλα!
Εκείνο το εκρηκτικό carpe diem της πρώτης νεότητας.
Δεν είσαι νέος αν δεν τα ‘χεις κάνει πουτάνα-όλα μια φορά (και δυο και τρεις). Δεν λογίζεσαι ως άνθρωπος με συναίσθημα αν δεν έχεις τρελαθεί κάποτε, αν δεν έχεις αφήσει το σίγουρο και βαρετό για κάτι αβέβαιο μα νόστιμο, αλαλάζοντας: Α γαμηθείτε όλοι σας!
Θα μπορούσε να υπάρχει ένα τεστ, απ’ αυτά που βάζουν στα facebook ή απ’ αυτά που ρωτάει ο μπαρμπα-Πέτρος στις πύλες του Παραδείσου, για να δει αν θα σ’ αφήσει να μπεις ή θα σε στείλει στο limbo (αυτό είναι ένα βαρετό μέρος, σαν αίθουσα αναμονής οδοντίατρου ανάμεσα στην κόλαση και στον παράδεισο. Και κρατάει αιώνια).
QUIZ: Πόσες φορές τα κάνατε πουτάνα-όλα στη ζωή σας:
Ποτέ
Μία φορά
Δύο φορές
Πολλές φορές
Δεν θυμάμαι – Δεν απαντώ
Κι η επόμενη ερώτηση, ίσως η πιο σημαντική, θα ήταν: Πότε ήταν η τελευταία φορά που τα κάνατε πουτάνα-όλα;
~~
Ίσως να φανεί παράξενο στους νεότερους, αλλά καθώς περνάνε τα χρόνια τόσο μειώνονται οι πιθανότητες εμφάνισης αυτής της «τρέλας».
Η σχιζοφρένεια, λένε οι ψυχίατροι, εμφανίζεται ανάμεσα στα 20 και στα 30. Μετά μπορεί να πάθεις κατάθλιψη, κρίσεις άγχους-πανικού κι άλλα διάφορα, αργότερα αλτσχάιμερ, αλλά τη σχιζοφρένεια τη γλίτωσες.
Με τον ίδιο τρόπο οι άνθρωποι τρελαίνονται και τα κάνουν πουτάνα-όλα μέχρι περίπου τα τριάντα-φεύγα. Όχι ότι μετά δεν συμβαίνει, αλλά μειώνονται δραματικά οι πιθανότητες εμφάνισης τέτοιων yolo-επεισοδίων.
Με μια μικρή seize the day αναζωπύρωση στα σαράντα για τις γυναίκες και στα σαράντα πέντε για τους άντρες, αλλά και πάλι σπάνια πρόκειται για δραματικές καταστάσεις (κυρίως είναι μόνο βαμμένα κόκκινα μαλλιά και ύστατη σεξουαλική απελευθέρωση, παλιμπαιδισμοί και γερορόκ συγκροτήματα, μοιχείες και αθλητικά παπούτσια για δρόμους μεγάλων αποστάσεων).
~~
Κάποιος έγραφε ότι κάθε σαραντάρης ανήκει στην οικογένεια του και στο κράτος. Δεν έχει δικαίωμα να τρελαθεί, να τα κάνει πουτάνα-όλα. Πρέπει να δουλέψει για να μεγαλώσει τα παιδιά του, πρέπει να δουλέψει για να πληρώσει τους φόρους και τους λογαριασμούς.
Περιορίζει τα carpe diem του στις ελεύθερες ώρες, που συνήθως δεν είναι πολλές μες στη βδομάδα, και πριν αδράξει τη μέρα πρέπει να κανονίσει το πρόγραμμα του, να το ταιριάξει μ’ εκείνο του/της συντρόφου του, ν’ αφαιρέσει τις υποχρεώσεις των παιδιών, να προσθέσει τις δυνητικές δυσκολίες, να πολλαπλασιάσει με το κλάσμα των υπολειπόμενων χρημάτων, να διαιρέσει με τις επισυναπτόμενες ατυχίες, να υπολογίσει την τετραγωνική ρίζα κάθε κοινωνικής υποχρέωσης και να υψώσει στο τετράγωνο το θυμικό της ημέρας.
Αυτό που απομένει δεν μοιάζει καθόλου με το seize the day του φίλτατου Ουίλιαμς κι Οράτιου. Συνήθως ακούγεται περισσότερο σαν: «Να κάτσω για ένα λεπτό μόνος. Να μην κάνω τίποτα, να μην ακούω κανέναν. Για ένα λεπτό!»
~~
Η επανάσταση τελειώνει λίγο μετά τα τριάντα, στην καλύτερη περίπτωση. Τελειώνει όταν δεν μπορείς να είσαι όπως θες να είσαι, γιατί πρέπει να είσαι έτσι όπως πρέπει να είσαι.
Χώνεσαι ως τ’ αυτιά μες στη κατάσταση (πες τη και ρουτίνα αν θες) που σου παρέχει το φαγητό και τις διακοπές σου. Οι μικρές αποδράσεις σου γίνονται τα νέα YOLO. Πέντε μέρες κάτεργο για μισή μέρα μεθύσι κι έναν κυριακάτικο καφέ. Έντεκα μήνες κάτεργο για δέκα μέρες στη θάλασσα. Και πρέπει να λες κι ευχαριστώ αν σου τυχαίνει.
Καινούριο πλυντήριο (και στεγνωτήριο, τυχερέ;) Βραστήρας και ποτήρια απ’ το ΙΚΕΑ. Smart phone που είναι πιο έξυπνο από σένα αφού το κοιτάς όλη την ώρα, και tablet για το παιδί, για ν’ απασχολείται όσο κοιτάς το facebook.
Διακανονισμός για το αέριο και τη ΔΕΗ (είχαμε κρύο χειμώνα φέτος) και καλαμαράκια (κατεψυγμένα) τηγανητά στην ταβέρνα την Καθαρά Δευτέρα. YOLO!
~~
Κι ύστερα πέφτεις να κοιμηθείς. Κι όταν ξυπνάς… Στην καλύτερη περίπτωση δεν προλαβαίνεις να θυμηθείς τα όνειρα σου. Ή τα θυμάσαι και σε κάνουν να τσαντίζεσαι.
Και ξυπνάς και βλαστημάς και συνεχίζεις. Βλαστημάς που ζεις, βρίζεις που ξύπνησες, αλλά αυτό δεν σου φαίνεται παράξενο, είναι μέρος της ζωής σου.
Βρίζεις που ξύπνησες; Βλαστημάς που είσαι ζωντανός;
Κάτι κάνεις λάθος, δεν μπορεί, κάτι κάνουμε λάθος. Προτού αλλάξεις τον κόσμο, προτού σ’ αλλάξει ο κόσμος, βρες τι δεν σ’ αρέσει στη ζωή σου, τι δεν σ’ αρέσει στον κόσμο. Ξεκίνα με τον εαυτό σου. Χωρίς yolo και carpe diem και seize the day και τους άλλους αφορισμούς.
Γιατί τελικά, κι ίσως λίγο πριν το τέλος, τόσο τελικά, ίσως τότε, τελικά, πέρα απ’ τις ρυτίδες τα περιττά κιλά και τις υποχρεώσεις, πέρα απ’ την κούραση και τ’ ανεκπλήρωτα όνειρα, μετά τους έρωτες που δεν έζησες έτσι όπως θα ήθελες και τα ταξίδια που δεν έκανες, μετά απ’ όλα εκείνα που περιμένεις και περίμενες να κάνουν τα παιδιά σου στ’ όνομα σου, μετά απ’ όλα όσα δεν πέτυχαν κι όλα όσα δεν προσπάθησες καν, μετά κι απ’ αυτά που κυνήγησες κι όσα άφησες να φύγουν, μετά από κάθε yolo και carpe diem και άδραξε τη μέρα που δεν κράτησαν, υπάρχεις εσύ, μπρος στον καθρέφτη, πιο γερασμένος από κάθε άλλη φορά, πιο κουρασμένος απ’ όσο αντέχεις, λίγο πριν το τέλος της παράστασης, και κοιτάς, και χαμογελάς με το φαφούτικο στόμα σου, και λες, ήσυχα, χωρίς εξάρσεις: «Yolo μαλάκα μου, άδραξε τη γαμημένη μέρα.»
Και λίγο πριν τα τινάξεις κάνεις κάτι που ποτέ δεν περίμενες, ούτε κανείς άλλος το περίμενε, ότι θα κάνεις.

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Αντίο κι ευχαριστώ για τα ψάρια


γελωτοποιος


Σήμερα, καθώς πήγαινα τον γιο μου στο μάθημα Κουνγκ Φου, άκουσα μια γριά να πλησιάζει στο ανοικτό παράθυρο μιας κρεπερί και να ρωτάει τον νεαρό που δούλευε εκεί:
«Πώς πάει;»
«Ε, πώς να πάει, καλά, τι να λέει…»
«Ζεις;» τον ρώτησε η γριά.
«Τι;»
«Ζεις;»
«Ζω. Δεν με βλέπεις, ζω, τι κάνω;» είπε αυτός ειρωνικά.
«Τότε είσαι μια χαρά», του είπε η γριά κι έφυγε.
Είχα κοντοσταθεί για ν’ ακούσω τη συζήτηση. Ο Τηλέμαχος με σκούντηξε να περπατήσουμε.
~~
Η ζωή μας είναι θέμα εστίασης. Γεννιόμαστε με γιγάντιους μεγενθυντικούς φακούς. Ως μωρά βλέπουμε μόνο αυτό που υπάρχει τώρα-εδώ.
Καθώς μεγαλώνουμε ο κόσμος διευρύνεται, χωρικά και χρονικά.
Εμφανίζεται το βυζί της μάνας και μετά το πρόσωπο της. Έπειτα τα πρόσωπα των άλλων συγγενών, το σπίτι, τα παιχνίδια, η μέρα και η νύχτα.
Ανοίγει ο χώρος, ανοίγει και ο χρόνος. Η γειτονιά, το σχολείο, οι φίλοι, η βδομάδα, οι γιορτές κι οι εποχές, το καλοκαίρι, το υπέροχο καλοκαίρι χωρίς σχολείο.
Κι όλο μεγαλώνει το οπτικό πεδίο. Καταλαβαίνουμε πού ζούμε, σε ποια πόλη-χώρα-εποχή, καταλαβαίνουμε ότι ο κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος, πιστεύουμε ότι μπορούμε να τον γυρίσουμε ολόκληρο, να τον αλλάξουμε ολάκερο.
Νέες εμπειρίες, γνωριμίες, ταξίδια, όνειρα, γνώσεις, υποσχέσεις, επαναστάσεις, το οπτικό πεδίο διαρκώς διευρύνεται, χωρικά, χρονικά, αλλά όχι για πολύ.
Είσαι αθάνατος μέχρι την αρχή της νεότητας. Μετά δοκιμάζεις τα πρώτα δείγματα θανάτου.
Μπορεί να είναι κάποιες αποτυχίες, η συνειδητοποίηση ότι το γαμημένο σύμπαν του Κοέλιο, αυτό που νόμιζες ότι συνωμοτεί για να κάνεις ό,τι θέλεις, δεν δίνει δεκάρα για σένα και τις επιθυμίες σου.
Τα χρόνια περνάνε και κάποιες μέρες αρχίζουν να γίνονται επαναλαμβανόμενες, όχι τόσο seize the fuckin day όσο νόμιζες ότι θα ‘ναι η ζωή σου.
Μπορεί να κάνεις και παιδιά, μπορεί και να μην ήθελες ή να μην έτυχε, αλλά ούτως η άλλως, τότε τα όρια στενεύουν, το οπτικό σου πεδίο παύει να διευρύνεται, αρχίζει η πρεσβυωπία των σαράντα.
Γκρίζα μαλλιά και κυτταρίτιδα, πονεμένες αρθρώσεις και χοληστερίνη, εμμηνόπαυση και συμβαίνει-σε-όλους-τους-άντρες-αγάπη-μου, μια γενική βαρεμάρα και χαμομήλι με σπόρια το βράδυ, και δεν έχεις γίνει τόσο πλούσιος ή διάσημος όσο νόμιζες ότι θα γινόσουν, άσε που χρωστάς και στην εφορία-ΔΕΗ-τράπεζα.
Αλλά συνεχίζεις να προχωράς. Γίνεσαι 60-70-80 κι εστιάζεις περισσότερο. Δεν σε απασχολεί τι θα γίνει σε δέκα-πέντε-δύο χρόνια. Δεν σε απασχολεί τι θα γίνει του χρόνου. Το μόνο που σε νοιάζει είναι το πεζοδρόμιο μπροστά σου και το επόμενο βήμα με το ΠΙ
~~
Μια ώρα αργότερα, καθώς περίμενα να πάρω τον Τηλέμαχο είδα έναν γέρο να βγαίνει απ’ το καφενείο που είναι δίπλα στο κουνγκ φου. Έμοιαζε λίγο με τον Μπίλμπο Μπάγκινς -όταν έδωσε το δαχτυλίδι στον Φρόντο και γέρασε. Περπατούσε με το ΠΙ, ένα βήμα ανά λεπτό, τόσο γρήγορα.
Τον παρακολούθησα να περνάει (αργά, απελπιστικά αργά) και σκεφτόμουν ότι αυτός κάποτε ήταν ένα δεκάχρονο παιδί που ίσως να διάβαζε ιστορίες επιστημονικής φαντασίας -τον Αόρατο Άνθρωπο, του H.G. Wells σε μετάφραση Παπαδιαμάντη (υπάρχει, δεν είναι δική μου επινόηση,
Στάθηκα και τον κοιτούσα να προχωράει, μάλλον λιγάκι αδιάκριτα. Ίσως να φορούσε πάνες, ξανά. Τι όνειρα για το μέλλον να κάνεις αν ζεις έτσι;
Σίγουρα κανείς άνθρωπος δεν θέλει ν’ αφήσει τη ζωή, αλλά τα γηρατειά, όταν σε καταπλακώνουν, όταν γίνονται αμείλικτα, τότε μοιάζουν λίγο καλύτερα απ’ το τίποτα, απ’ τον θάνατο (και την ελπίδα του ποτέ-δεν-ξέρεις-τι-μπορεί-να-υπάρχει-μετά).
~~
Τα παιδιά βγήκαν απ’ το κουνγκ φου και ξεκίνησαν να τρέχουν, μιλώντας για online παιχνίδια. Τους φώναξα να προσέχουν καθώς προσπερνούσαν τον γερο-Μπίλμπο. Εκείνος δεν φαινόταν να καταλαβαίνει τίποτα απ’ ό,τι συνέβαινε γύρω του, λες κι ήταν ένα απ’ τα αποτυχημένα (γραφιστικά) ανδροειδή της πρώτης τριλογίας του Star Wars.
Ώσπου ξαφνικά και αναπάντεχα, τα μάτια του έλαμψαν! Μια κοπέλα, με πολύ κοντή φούστα, και καλσόν που είχε το σχέδιο ζαρτιέρας-κάλτσας, μας προσπέρασε καλπάζοντας.
Εκείνος σταμάτησε να σέρνει το ΠΙ και την παρακολούθησε με το βλέμμα του μέχρι που έστριψε στη γωνία. Μάλλον θα σκεφτόταν: «Αν ήμουν εξήντα χρόνια νεότερος…»
~~
Ο παράδοξος άνθρωπος. Τη μια στιγμή ο κόσμος δεν υπάρχει. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να φτάσεις στο σπίτι σου όρθιος, στο σπίτι όπου είσαι μόνος, να ξαπλώσεις, να κοιμηθείς και να ξημερωθείς. Άλλος χρόνος δεν υπάρχει, είσαι εδώ. Τώρα.
Όταν πλησιάζει το τέλος, αν είσαι τυχερός, τόσο τυχερός ώστε να το τερματίσεις το μηχάνημα, αποφεύγοντας όλα τ’ αυτοκινητιστικά κι όλα τα πρόωρα εμφράγματα, τ’ ατυχήματα στο μπάνιο και τους βομβαρδισμούς νατοϊκών και τζιχαντιστών, αν είσαι αρκετά τυχερός ώστε να μην πάθεις καρκίνο απ’ τα τριάντα, μ’ όλες τις αηδίες που τρως και αναπνέεις και βάζεις στο δέρμα σου, μ’ όλες τις στιγμές που γεμίζουν άγχος τους πόρους σου, κι αν δεν πνιγείς τρώγοντας καραμέλες βουτύρου, κι αν δεν σε χτυπήσει το ρεύμα ένα πρωί πριν ξεκινήσεις για τη βαρετή δουλειά, αν αποφύγεις όλες τις πιθανότητες πρόωρου θανάτου που σίγουρα δεν είναι και λίγες, και φτάσεις αισίως εκείνα τα μυθικά ενενήντα του Μπάγκινς και του Γιόντα, τότε καταλαβαίνεις πόσο παροδικά κι ασήμαντα ήταν όλα εκείνα που θεωρούσες παντοτινά και σπουδαία.
Όλα σου φαίνονται ασήμαντα. Και τότε σε προσπερνάει καλπάζοντας το κορίτσι με το μίνι.
Τότε κάτι εκρήγνυται μες στο μυαλό σου. Είναι το τελευταίο σήμα που κατεβαίνει την ταλαιπωρημένη σου ραχοκοκαλιά ως τα μαραμένα περβόλια των αρχιδιών σου. Βαράει έναν άκυρο συναγερμό (οι στρατιώτες βγήκαν στη σύνταξη πριν πολλά χρόνια) και γυρνάει τρέχοντας στο ύστατο καταφύγιο, την αμυγδαλή, το κέντρο των αναμνήσεων.
Στέκεσαι και χαμογελάς ανάποδα. Τα πιτσιρίκια με τις στολές σε προσπερνάνε τιτιβίζοντας, οι μανάδες τους πιο πίσω, κι απέναντι άντρες ή αγόρια που παριστάνουν τους άντρες, ένας τύπος με μια γκρίζα τούφα στα μαλλιά που σε κοιτά αδιάκριτα, και δεν υπάρχει χρόνος για τίποτα άλλο.
Σκέφτεσαι και χαμογελάς ανάποδα: «Η Σμαρώ φορούσε τέτοιες κάλτσες… Ο Γιαννάκης όταν γεννήθηκε έκλαιγε πολύ… Πώς το λέγανε το σκυλί μου; Δεν είχα γράψει καλά στα μαθηματικά… Η θάλασσα στο νησί… Σαρδέλες στα κάρβουνα…»
Σ’ ένα λεπτό στοιβάζονται 90 χρόνια μες στο μυαλό σου. Έπειτα κλείνεις τα μάτια, λες ευχαριστώ για τα ψάρια, και σωριάζεσαι.
Κόσμος τρέχει γύρω σου, τους ακούς από μακριά, από ψηλά, να φωνάζουν «έπεσε-φωνάξτε ασθενοφόρο-έπεσε», αλλά δεν σε νοιάζουν πια οι φωνές τους.
Και καθώς σβήνει ο κόσμος φωτίζεται μια άλλη εικόνα, μια παραλία, όπου οι φίλοι ψήνουν ψαράκια στα κάρβουνα, όπου τα κορίτσια δεν φοράνε το πάνω μέρος του μαγιό, κάποιος παίζει κιθάρα, γυρνάνε μπύρες και τσιγάρα, μια γαλανομάτα σε κοιτάει, κι είναι καλοκαίρι.
~~
Ο εγκέφαλος, είπαν οι επιστήμονες πρόσφατα, λειτουργεί μέχρι και δέκα λεπτά μετά τον θάνατο. Αυτά τα δέκα λεπτά μπορεί να είναι ένα αιώνιο καλοκαίρι.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΥΓ προς τον αναγνώστη:
Νομίζεις, αγαπητέ, ότι αυτό το τέλος είναι μακριά. Συγχώρεσε με, που δεν θα γεμίσω την καρδιά σου αισιοδοξία, αλλά το τέλος είναι πάντα πιο κοντά απ’ όσο νομίζεις.
Ακόμα κι αν φτάσεις τα ενενήντα ή τα εκατό, αυτό θα γίνει πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζεις.
Όταν το κοιτάς απ’ την αρχή προς το τέλος μοιάζει σαν παραγωγή του Τζορτζ Λούκας, που πάντα υπάρχει κάτι καινούριο να γίνει.
Όταν το δεις απ’ το τέλος είναι σαν ένα τρέιλερ της ζωής που έζησες.
Αυτή είναι η ζωή σου. Ένα τρέιλερ που τελειώνει πριν προλάβεις να καταλάβεις ότι είσαι (ήσουν) ο πρωταγωνιστής.
Καλό ξημέρωμα, λοιπόν, και να ‘σαι ευγνώμων για την ψαριά της ημέρας.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η φωτογραφία είναι του Alex Webb
Alex Webb, Nuevo Laredo, Tamaulipas, 1996, © Alex Webb / Magnum Photos
Ο τίτλος είναι από το βιβλίο του Ντάγκλας Άνταμς, «So long and thanks for all the fish».

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Τα «δεν θέλω να σου λείψει τίποτα» έφτιαξαν παιδιά που τα θέλουν όλα δικά τους

http://www.themamagers.gr


Όχι, δεν χρειάζεται να είσαι εύπορος για να αφήνεις το παιδί σου να ξοδεύει αλόγιστα το χρήμα. Όχι, αυτό δεν είναι φαινόμενο των πλουσίων. Είναι μια ιδιόρρυθμη «κατάρα» που ακολουθεί την ελληνική οικογένεια. Μια νοοτροπία βγαλμένη από τον καιρό του πολέμου που πραγματικά κανείς δεν είχε να φάει. Ή σχεδόν κανείς.
Αυτή την ψυχολογική «πείνα», την αγωνία μην μείνει κανείς νηστικός, την μανία να μπουκώσουμε το παιδί, την πέρασαν οι γιαγιάδες στους γονείς μας και εκείνοι σε εμάς, τους σημερινούς γονείς. Μόνο που εμείς δεν μπουκώνουμε πια το παιδί με φαγητό, αλλά με υλικά αγαθά για «να μην τους λείψει τίποτα«.
Ατελείωτα παιχνίδια, το τελευταίο γκάτζετ της αγοράς γιατί δεν μπορεί να έχει όλη η τάξη i phone και να μην έχει το δικό μου παιδί. Δεν μπορεί να φοράνε όλοι τα adidas superstar, και μάλιστα με τη μαύρη ρίγα, και να μην τα φοράει το δικό μου. Γιατί θα έρθει το παιδί από το σχολείο κλαμένο και θα πει «μόνο εγώ δεν έχω αυτό, το δείνα και το τάδε». Και θα πεις εσύ που ενδεχομένως δεν έχεις να πληρώσεις τον λογαριασμό της ΔΕΗ «ναι, αλλά παιδί είναι, δεν μπορεί να το κοροϊδεύουν τα άλλα επειδή δεν έχει ίδια πράγματα με τα δικά τους».
Κι έτσι ο κάθε γονιός σφίγγει κι άλλο το ζωνάρι για να μην «λείψει τίποτα» στο παιδί του.
Αυτή η τρελή νοοτροπία έχει λογική, όταν μιλάμε για κάτι που θα οξύνει το πνεύμα του παιδιού και θα το κάνει καλύτερο άνθρωπο. Δεν τίθεται θέμα διαπραγμάτευσης για να αποκτήσει το βλαστάρι μας ένα καλό ορθοπεδικό παπούτσι που δεν θα του καταστρέψει τα πόδια, να επισκεφτεί ένα μουσείο, να συμμετέχει σε μια εκδρομή, σε ένα ταξίδι, να κάνει μια δραστηριότητα που θα το ωφελήσει. Αλλά να αποκτά ό,τι ζητήσει, όποτε το ζητήσει είναι βλαβερό για το ίδιο.
Τα παιδιά, από μια ηλικία και πάνω είναι καλό να ξέρουν ότι στη ζωή υπάρχουν πολλά που θα τους λείψουν και πως δεν γίνεται να τα έχουν όλα. Κι αν θέλουν να αποκτήσουν το τάδε τάμπλετ θα πρέπει να προσπαθήσουν κι αυτά γι’ αυτό. Πώς; Ανταλάσσοντάς το με το χαρτζιλίκι τους, με μια υποχρέωση που θα αναλάβουν – π.χ να πηγαίνουν βόλτα έναν σκύλο που δεν είναι δικός τους, να στρώνουν το κρεβάτι των γονιών τους, να μαζεύουν τα πιάτα κάθε βράδυ – δανείζομαι παραδείγματα, ο κάθε γονιός μπορεί να βρει δεκάδες στόχους και πολύ καλύτερους από τους προτεινόμενους.
Η κόρη μιας φίλης μου είχε ένα μεταχειρισμένο I phone (πέμπτη δημοτικού παρακαλώ). Της το είχε χαρίσει ο πατέρας της, γιατί του έκαναν δώρο ένα από τη δουλειά του. Η μικρή είχε βρεθεί ξαφνικά με ένα υπερπανάκριβο κινητό στα χέρια, το οποίο δεν είχε «κερδίσει». Φυσικά δεν κατάλαβε την αξία του. Συχνά πυκνά είχε αποκτήσει και τη συνήθεια να το πετάει στον αέρα και να το ξαναπιάνει. Μια από τις πολλές φορές αυτού του ανόητου παιχνιδιού, το κινητό έπεσε και έσπασε. Οι γονείς της αφού τη μάλωσαν, της το έφτιαξαν (της έκαναν τα μούτρα κρέας κοινώς). Η μικρή συνέχιζε να το πετάει και έσπασε για δεύτερη φορά. Το ξαναέφτιαξαν. Όταν έσπασε και την τρίτη δεν το έφτιαξαν – επιτέλους – και της είπαν ότι για να αποκτήσει τρίτο κινητό και φυσικά όχι i phone θα έπρεπε να παίρνει κάθε μέρα τοστ από το σπίτι και να μην ξαναγοράσει τίποτα από την καντίνα του σχολείου μέχρι να συγκεντρώσει με τα χρήματα αυτά το ποσό για το νέο της κινητό, που κρίθηκε από την οικογένεια ότι θα κόστιζε το πολύ 120 ευρώ. Έτσι και έγινε και το κινητό αγοράστηκε. Η μικρή από τότε δεν το ξαναπέταξε ποτέ στον αέρα και το πρόσεχε σαν τα μάτια της. Κοινώς έμαθε αφενός ότι τα υλικά αγαθά δεν τα φέρνει ένα μαγικό τζίνι και κυρίως να εκτιμά όσα έχει.
Όλοι μας θέλουμε να μεγαλώσουμε παιδιά, γεμάτα ευγνωμοσύνη και καθόλου κακομαθημένα αλλά οι περισσότεροι δεν ξέρουμε τον τρόπο.
Η Αμερικανίδα ψυχολόγος/ παιδοψυχολόγος Sheryl Ziegler έφτιαξε μια πολύ κατατοπιστική λίστα που μας βοηθά να μην φτιάξουμε κακομαθημένα παιδιά.
1. Να λέμε πιο συχνά ‘όχι’ στις απαιτήσεις τους: Ακόμα κι αν μπορούμε να τους αγοράσουμε αυτό που μας ζητούν, καλό είναι να βάζουμε όρια και να αντισταθούμε στον πειρασμό να ικανοποιήσουμε τις απαιτήσεις του άμεσα.
2. Να νιώθουν ευγνωμοσύνη γι΄αυτά που έχουν. Η ευγνωμοσύνη δεν μαθαίνεται μέσα από τη θεωρία, αλλά μέσα από το παράδειγμα. Θα εκτιμούν περισσότερο αυτά που έχουν, αν δεν τα έχουν όποτε θέλουν και αν έχουν προσπαθήσει γι’ αυτά.
3. Να καταλάβουν ότι η ζωή δεν είναι δίκαιη. Μέσα σε ορισμένα πλαίσια δεν είναι και τόσο σκληρό για τα παιδιά να μάθουν ότι η ζωή κάποιες φορές δεν είναι δίκαιη και ίσως βιώσουν κάποιες απογοητεύσεις. Πρέπει να μάθουν ότι τα λάθη είναι ένας τρόπος να εξελιχθούν και να μάθουν μέσα από αυτά.
4. Μην αγοράζουμε πολλά παιχνίδια: Επειδή ένα πολυκατάστημα έχει πολύ φτηνές κούκλες ή αυτοκινητάκια δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγοράσουμε καμιά δεκαριά για τα παιδιά σας. Μία αρκεί ώστε να την αγαπήσουν και να την εκτιμήσουν.
5. Να μάθουν την αξία των χρημάτων. Αν τους μάθουμε να διαχειρίζονται το χαρτζιλίκι τους από μικρά, θα τους δώσουμε τις βάσεις για σωστή οικονομική διαχείριση ως ενήλικες.
6. Να τους μιλήσουμε για μας. Ας πούμε στα παιδιά μας πώς ακολουθήσαμε την καριέρα μας, πώς βρήκαμε την πρώτη μας δουλειά και πώς βγάζουμε χρήματα. Έτσι θα εκτιμήσουν περισσότερο όσα τους δίνονται.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Με τα όχι χτίζονται οι ζωές...

http://gregordergrieche.blogspot.gr


Της Κατερίνας Χήναρη

Να μάθεις να κλείνεις τις πόρτες από εκεί που τίποτα δε σε κρατάει. Να μη γυρνάς πίσω, να μη ρίχνεις βλέμματα δεύτερα και ματιές λοξές. Να μη σε νοιάζει ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Να μην αναλύεις πολλά και να μη σκέφτεσαι το ίδιο
πράγμα χίλιες φορές. Το ένστικτό σου πολλές φορές επιλέγει για σένα πριν από σένα.

Ξέρει αυτό που θα σε οδηγήσει, ποιον άνθρωπο θα χωνέψεις και ποιον θα αντιπαθήσεις απ’ το πρώτο λεπτό. Σφίγγει το στομάχι σου και κρατάς στάση αμυντική. Κι ας μη το ξέρεις κι ας μην το καταλάβεις ποτέ. Εκείνο φτιάχνει γύρω σου μια φούσκα προστατευτική και σου κρούει τον κώδωνα. Θα το ‘χεις αισθανθεί κάποιες φορές σε εκείνες τις πρώτες γνωριμίες με φάτσες άγνωστες, με μέρη που δεν έχεις ξαναδεί.


Άλλα σε τραβάνε σα μαγνήτης κι άλλα σε διώχνουν μακριά. Έχουν λευκό μητρώο στο ιστορικό σου. Δε σου έχουν κάνει κάτι, δεν τους ξέρεις αλλά κάτι σου λέει πως δε θες να τους γνωρίσεις. Κάτι στην όψη τους, κάτι στην αύρα τους, κάτι ανεξήγητο σε σπρώχνει σε άλλη κατεύθυνση απ’ τη δική τους.

Άνθρωποι, τόποι, δουλειές που ο οργανισμός σου φωνάζει ένα βροντερό όχι. Όχι μην πας εκεί. Όχι, μην κάτσεις άλλο εδώ. Όχι, δε θα σου κάνει καλό. Τα όχι μας είναι αυτά που μας πάνε ένα βήμα παραπέρα στη ζωή. Τα ναι είναι εύκολα και βολικά. Λες ναι παντού κι όλοι είναι ευχαριστημένοι. Συμφωνείς, γνέφεις καταφατικά κι όλα κυλούν λάδι. Κανείς δεν αντιδρά, κανείς δε δυσαρεστείται.

Μόνο εσύ που κάνεις τον κουφό σε αυτή την εσωτερική φωνή που ουρλιάζει να φύγεις. Εσύ που επιλέγεις να μείνεις σε μια σχέση τελειωμένη από την ανασφάλειά σου και τη λύπησή σου για τον άλλο. Εσύ που συμβιβάζεσαι σε μια δουλειά που σιχαίνεσαι για να βγάζεις τα προς το ζην. Εσύ που ανέχεσαι λόγια και συμπεριφορές για να μην προκαλέσεις αντιπαραθέσεις.

Εσύ που σκύβεις το κεφάλι κι αφήνεσαι στην μοίρα να σε οδηγήσει όπου εκείνη θέλει. Εσύ που δεν ορίζεις τη ζωή σου, που αφήνεις να την ορίζουν οι φίλοι, οι γονείς, οι συγγενείς, η σχέση σου. Εσύ που δέχεσαι γιατί ξέχασες πως είναι να αρνείσαι.

Ξεχνάς τη δύναμη του όχι. Όχι, δε γουστάρω να βγούμε. Όχι, δεν ανέχομαι να μη με σέβεσαι. Όχι, δε θέλω να είμαι η δεύτερη επιλογή. Μου αξίζει να είμαι η πρώτη. Μου αξίζει να κάνω πράγματα που αγαπώ. Μου αξίζει να επιλέγω τι και ποιος θα μπαινοβγαίνει στη ζωή μου.

Να μάθεις να λες όχι. Να το πιστεύεις και να το εννοείς. Να βάζεις τον εαυτό σου προτεραιότητα και τους άλλους δίπλα σου, συνοδοιπόρους και φίλους. Όσους αξίζουν. Όσους δεν αξίζουν να τους στέλνεις στον αγύριστο. Να μη φοβάσαι να εκτεθείς, να μη φοβάσαι μη μείνεις μόνος. Οι αληθινοί μένουν, τα ψεύτικα φεύγουν.

Με τα όχι χτίζονται οι ζωές γιατί αυτά είναι τα δύσκολα. Αυτά που συνειδητά αποφασίζεις πως δε χωράνε στο δισάκι που κουβαλάς στον ώμο σου και τα πετάς στη διαδρομή. Πετώντας τα βάρη, γίνεσαι ελαφρύτερος και προχωράς με σταθερό βήμα.

Τα ναι είναι για τους χαζούς και τους δειλούς. Κι εσύ δεν είσαι ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

κοπη πιττας 2017

ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ Άκρη : 01 – 02 - 2017
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΚΡΗΣ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Ο Μορφωτικός Εκπολιτιστικός Σύλλογος Άκρης προσκαλεί όλα τα μέλη του και όλους τους φίλους του χωριού μας στην εκδήλωση κοπής της Πρωτοχρονιάτικης πίτας του , που θα γίνει στο καφενείο του Τσιανάκα Στέφανου στην Άκρη το ΣΑΒΒΑΤΟ 25 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2017 και ώρα 08:30 μ.μ..
Η παρουσία όλων θα μας τιμήσει ιδιαίτερα .
Είναι ευκαιρία να ξεχάσουμε για λίγο τις υποχρεώσεις μας και να ξανασμίξουμε στο πανέμορφο χωριό μας .
• Είσοδος 13,00 € με φαγητό και άφθονο ποτό .
• Είσοδος για τα παιδιά 10,00 € .
Με τιμή
Το Δ.Σ. του Συλλόγου                                             
ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚ
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΚΡΗΣ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

ΟΣ Άκρη : 01 – 02 - 2017
Ο Μορφωτικός Εκπολιτιστικός Σύλλογος Άκρης διοργανώνει τριήμερες εκδηλώσεις με την ευκαιρία των αποκριών .
Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017.
Κοπή Πρωτοχρονιάτικης πίτας .
Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017.
Άναμα φωτιάς στην πλατεία του χωριού
με αναβίωση ντόπιων αποκριάτικων εθίμων .
Καθαρά Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017.
Η πατροπαπάδοτη παραδοσιακή φασολάδα στην πλατεία του χωριού με πλούσια σαρακοστιανά εδέσματα και άφθονο κρασί .
Θα γίνει επίσης διαγωνισμός αυτοσχέδιας ΣΑΙΤΑΣ και πέταγμα ΑΕΤΟΥ .
Η παρουσία όλων θα μας τιμήσει ιδιαίτερα .

Με τιμή
Το Δ.Σ. του Συλλόγου

                                                                                                              

Πρίμουλα η πρώτη

florinapress.gr


Πρίμουλα η πρώτη
Share

Περιμένουμε όλοι οι Φλωρινιώτες με αγωνία να δούμε διψήφιο θετικό θερμοκρασιακό βαθμό και στο μυαλό μας έρχεται η άνοιξη. Μα θα μου πείτε μόλις μπήκε ο Φλεβάρης, ε, τι να κάνουμε, με μια ελπίδα ζούμε για να καλυτερέψει, να ανοίξει  ο καιρός. Και επειδή αρκετοί θα “πιάσουμε” τα βουνά, είτε εδώ κοντά σε πλαγιές της πόλης, είτε πιο μακριά, ας δούμε τι θα  συναντήσουμε στο διάβα μας να πρωτοανθίζει.
Θα πρέπει να έχουμε υπόψη, ότι στις πλαγιές των ημιορεινών και ορεινών περιοχών που έχουν βόρειο προσανατολισμό, παρουσιάζεται καθυστέρηση στην ανάπτυξη και ανθοφορία των φυτών, σε σχέση με αυτές τις πλαγιές που έχουν νότια έκθεση και είναι ηλιόλουστες. Στις νότιες πλαγιές η βλάστηση εμφανίζεται σε στάδιο προχωρημένης ανάπτυξης, γιατί τα χιόνια λιώνουν γρηγορότερα από ότι στην πεδιάδα, εξαιτίας της κάθετης πρόσπτωσης των ακτινών του ήλιου. Να σημειωθεί, ότι στην πεδιάδα της Πελαγονίας έχουν καταγραφεί οι χαμηλότερες θερμοκρασίες του νομού Φλώρινας.  Οπότε, οι καλύτερες περιοχές που θα μπορούσαμε να επισκεφτούμε είναι αυτές, με νότιο προσανατολισμό αποφεύγοντας έτσι να περπατούμε στο χιόνι, που είναι και πολύ κουραστικό.
Από τα πρώτα φυτά που ανυπομονούν να ανθίσουν είναι οι πρίμουλες. Συνήθως πωλούνται στην αγορά τα υβρίδιά τους, ανθισμένα σε γλαστράκια και είναι πολύ δημοφιλείς, γιατί έχουν μεγάλη ποικιλία χρωμάτων, αλλά και διχρωμίες στα άνθη τους.
Στην περιοχή μας είναι γνωστά δύο είδη: η Primula vulgaris (κοινή, μπελούσκα) και η Primula veris (Πρίμουλα η εαρινή, Πριμούλα η φαρμακευτική, Δακράκι, Παναγίτσα, Πασχαλούδα). Η κοινή πρίμουλα (Primula vulgaris) έχει πολύ μεγάλη εξάπλωση και η ταξιανθία της είναι  πλούσια περί των 10-30 ανθέων ανά στέλεχος. Είναι από τα πρώτα αγριολούλουδα της άνοιξης, εξού και το λατινογενές όνομά τους πρίμουλα, υποκοριστικό του prima (πρώτη). Τα άνθη τους είναι συνήθως κίτρινα και σπάνια μπορούν να βρεθούν και λευκά. Προτιμούν μέρη φωτεινά έως ημισκιερά. Τα άνθη τους τρώγονται ωμά και έχουν γλυκιά γεύση, ενώ μπορούμε να τα προσθέσουμε σε σαλάτες. Επίσης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή μαρμελάδας και ποτών. Η μητέρα μου την ήξερε ως μπελούσκα και μου έλεγε ότι στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της μεταπολεμικής περιόδου τα παιδιά την αναζητούσαν (μαζί με το κατσικόχορτο – κοζίτσα και τους καρπούς της αγριοτριανταφυλλιάς – σίπια) για να βάλουν κάτι στο στομάχι τους. Αν τις συναντήσετε στο δάσος και βεβαιωθείτε ότι πρόκειται για το συγκεκριμένο φυτό, μη διστάσετε να δοκιμάσετε το άνθος της. Πρόκειται για μοναδική εμπειρία!
Το άλλο είδος, η Primula veris (η φαρμακευτική) είναι πιο ψηλή από την κοινή και ανθίζει λίγο αργότερα, συνήθως σε μεγαλύτερο υψόμετρο και η εξάπλωσή της είναι πιο περιορισμένη. Έχει αποχρεμπτικές, διουρητικές, αντιοξειδωτικές, αντιφλεγμονώδεις, ηρεμιστικές,  αντισπασμωδικές, μέτρια διουρητικές και μέτρια καθαρτικές ιδιότητες. Τελευταία, παρατηρείται και στην περιοχή μας ένα ενδιαφέρον για τη συλλογή της. Χρησιμοποιούνται τα κίτρινα πέταλα, χωρίς τον πράσινο κάλυκα, τα φύλλα και η ρίζα. Παρ’ όλα αυτά όμως, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε το φυτό φαρμακευτικά και ιδιαίτερα τη ρίζα του, γιατί περιέχει σαπωνίνες. Οι σαπωνίνες μπορεί να προκαλέσουν υπόταση, επομένως η υπερδοσολογία ή η παρατεταμένη χρήση θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιϋπερτασικά φάρμακα. Επίσης, σύμφωνα με τον American Pharmaceutical Association έχουν αναφερθεί περιπτώσεις γαστρεντερικών ερεθισμών (ναυτίες) και χρήζει περαιτέρω έρευνας.


Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Ψηφιακή γενιά

Γράφει η Δώρα Μακρή makrinaria.blogspot.gr


Ψηφιακή γενιά

Χάσμα; Ποιό χάσμα; Χάσμα είχαμε με τη μάνα μας και ορκιζόμασταν μερόνυχτα ότι ποτέ μα ποτέ δεν θα γινόμασταν όπως εκείνη. Μεγαλώνοντας όμως ανακαλύπτουμε μια χασματάρα τεράστια. Οχι με τη μάνα μας πια, διότι κάθε μέρα της μοιάζουμε όλο και περισσότερο- αδιανόητη συνθήκη αυτή κάποτε- αλλά με τα παιδιά μας.

Και ναι. Μπορεί στο θέμα των σχέσεων να υπήρξαμε μεγαλώνοντάς τα λίγο πιο απελευθερωμένοι απ ´οτι υπήρξαν οι γονείς μας, τα βοηθήσαμε με τις έννοιες της ελευθερίας, της επιλογής, του ανθρωπισμού κλπ κλπ. Γνωρίσαμε τα αγόρια ή τις κοπέλες τους, τα καλέσαμε και σπίτι - όχι με "σκοπό το γάμο" φυσικά. Κάναμε κι άλλα πολλά απελευθερωμένα, όπως ισχυριζόμασταν, με μόνο στόχο καθόλου να μη μοιάσουμε στους γονείς μας που σχετικώς μας περιόριζαν. Άλλες εποχές, τότε...

Η χασματάρα που δημιουργείται τώρα είναι ότι έχουμε να κάνουμε με παιδιά που τα πάντα τα ανακαλύπτουν στο διαδίκτυο, αυτά τα παιδιά της ψηφιακής γενιάς, τα οποία όμως αποφεύγουν όλο και περισσότερο τα κοινωνικά δίκτυα όπου εμείς πέσαμε με τα μούτρα. Και παλεύουμε μερόνυχτα ή να παρηγορήσουμε τις μοναξιές μας ή να ενημερωθούμε ή απλά να εκτονωθούμε. Εκείνα όμως, είναι τα παιδιά της παγκοσμιοποίησης, που γειτονιά τους είναι ο κόσμος όλος. Μας τον φέρνουν πιο κοντά μας ανά πάσα στιγμή. Τόχουν ευκολάκι να παίρνουν τη μία πτήση πίσω από την άλλη και να τρέχουν στη Νικαράγουα και την επομένη σε ένα αφρικανικό χωριό. Η να είναι παντελώς αδιάφορα για την τηλεόραση με την οποία εμείς γαλουχηθήκαμε. Τη θεωρούν γερασμένη και οπισθοδρομική. Εμείς, εξακολουθούμε να τη βλέπουμε.

Μας μιλούν για επαναστατικές εφαρμογές, βιάζονται ή δυσανασχετούν όταν είναι να μας δείξουν ότι το λάπτοπ μας πάει αργά διότι το πληκτρολόγιό του διαθέτει πολλά περισσότερα και "έξυπνα" πλήκτρα απ όσα έχουμε μάθει εμμονικά να χρησιμοποιούμε. Αντιδρούν στην προσήλωσή μας να ασχολούμαστε με μία γερασμένη και κομματική πολιτική που για τα ίδια είναι ανερμάτιστη διότι ο δικός τους λογισμός τρέχει σε πολλά άλλα θέματα απολύτως αφαιρετικά και χωρίς τα δικά μας καλούπια. Επιλέγουν δε κάτι επαγγέλματα τα οποία καθόλου δεν καταλαβαίνουμε τι είναι και βαθιά μέσα μας πιστεύουμε ότι ποτέ δεν θα επιζήσουν με αυτά. Επιπλέον δεν καταλαβαίνουμε καν το αντικείμενό τους. Κι ας μη μας λες και αμόρφωτους όπως ενδεχομένως ήταν οι γονείς μας. Ούτε και ακαλλιέργητους. Παρόλ´ αυτά όμως, μια ώρα συζήτησης μαζί τους, είναι ικανή να τροφοδοτήσει με ιδέες το μυαλό μας, που σκάλωσε σε στερεότυπα.

Η χασματάρα υπήρχε και θα υπάρχει στον αιώνα τον άπαντα κι ας το αρνούμαστε με κάθε τρόπο. Κλαιγόμαστε νυχθημερόν ότι τους παραδίνουμε έναν σκάρτο κόσμο κι αυτά έρχονται και μας λένε ότι δεν είναι έτσι και " ναι τα κάνατε λίγο σαλάτα αλλά μη μας υποτιμάτε". Κι εμείς κολλάμε στη βελόνα της ανεργίας αλλά αυτά δεν σκέφτονται ποτέ τη σύνταξη διότι δεν ξέρουν καν αν θα συνταξιοδοτούνται ούτε και στα 70 τους . Εμείς μάθαμε να είμαστε τυφλοί στο " παραπέρα" κι εκείνα ήδη το έχουν προσπεράσει. Μάθαμε να τους μιλάμε με όρους πεπερασμένους κι εκείνα χρησιμοποιούν άλλους τρόπους έκφρασης. Κι όταν έρχεται εκείνο το βλέμμα της συγκατάβασης από μεριά τους, ίδιο κι απαράλλαχτο με το δικό μας προς τους γονείς μας, καταλαβαίνουμε ότι μεγαλώσαμε. Και η ακατανοησία μπαίνει ανάμεσά μας...

Τηλεφωνώ στη μαμά μου.
Τι ωραία που συννενοούμαστε πλέον! Η χασματάρα μας είναι παρελθόν.


Δώρα Μακρή
Μαδρίτη

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

η ξυλόσομπα

Ο χειμώνας γύρω από τη σόμπα


Για δεκάδες χρόνια η ξυλόσομπα είχε χαθεί από το προσκήνιο. Επανήλθε τελευταία λόγω οικονομικής κρίσης.
Υπήρχαν εποχές που η ξυλόσομπα ήταν μεγάλο απόχτημα. Προσπαθούσε να ζεστάνει τα σπίτια, που στα περισσοτερα, από τις χαραμάδες στις πόρτες και στα παράθυρα άκουγες μέσα τον αέρα να σφυρίζει τα χειμωνιάτικα βράδια. Εκτός από ζεστασιά δημιουργούσε θαλπωρή αφού όλη η οικογένεια ήταν συγκεντρωμένη τριγύρω της.
Πριν φτάσει στο σπίτι του φτωχού είχε ήδη φτάσει στο καφενείο του χωριού. Στα δικά μας χωριά αντικατέστησε το «τζάκι» και θεωρούνταν μεγάλη πρόοδος και εξέλιξη για την εποχή. Με τα ξύλα που δεν έλειπαν από κανένα σπίτι, εκτός ζεστασιά παρείχε μαγείρεμα και ψήσιμο.
Οι φωτογραφίες που δανειστήκαμε από το: Φωτογραφίες Μνήμες Παράδοση, αναφέρονται σε παλιότερες και πολύ δυσκολότερες εποχές.

Ελλάδα 1948, Φωτογραφία από Dimtri Kessel
…για το περιοδικό LIFE


Ελλάδα 1948, Φωτογραφία από Dimtri Kessel
…για το περιοδικό LIFE







Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών στον σύγχρονο βίο



H βλακεία, ως αντίθετο της ευφυΐας, χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ορισμένους τύπους και ομάδες ανθρώπων που βλέπουν την εξουσία σαν πηγή εξυπηρέτησης ιδιοτελών συμφερόντων και πελατειακών διασυνδέσεων. Έτσι οι «βλάκες», εν αντιθέσει προς τους ευφυείς, επιδιώκουν, συνήθως με ανέντιμα, αθέμιτα ή και παράνομα μέσα, να εξυπηρετήσουν ιδιοτελή συμφέροντα εις βάρος του κοινού αγαθού. Το πρόβλημα τους ομως είναι ότι δεν διαθέτουν την διανοητική ικανότητα να διακρίνουν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των ενεργειών τους στην κοινωνία και στον ίδιο τους τον εαυτό. Ο κύριος στόχος της μελέτης, η οποία διατρέχεται από ένα πολύ ιδιάζον χιούμορ, είναι να αναδείξει ουσιώδεις διαστάσεις και όψεις της παθογένειας της νεοελληνικής κοινωνίας, οι οποίες φαίνεται να είναι διαχρονικές και οπωσδήποτε σύγχρονες.
Ο κοινωνιολόγος Ευάγγελος Λεμπέσης διετέλεσε πολιτικός σχολιαστής, αρθρογράφος, καθηγητής Παντείου, αρχισυντάκτης πολλών εντύπων, διευθυντής ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών και πολλά άλλα, από το 1930 μέχρι το 1956 περίπου.  Γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1906 και σπούδασε στη Γερμανία. Το δοκίμιο αυτό, που γράφτηκε στην αρχική του μορφή στην καθαρεύουσα το 1941, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1941 στο νομικό περιοδικό «Εφημερίς των Ελλήνων Νομικών» και αναδημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 1976 στο νομικό περιοδικό «Διοικητική Δικαιοσύνη», αποτελεί μια κοινωνική κριτική εναντίον της διαφθοράς και της αναξιοκρατίας, και σήμερα κυκλοφορεί τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή. 
ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ

Οι βλάκες ταξινομούνται σε δύο κύριες μεγάλες ομάδες, τελείως αντίθετες μεταξύ τους, και ακόμη άλλες τρείς παραλλαγές. Η πρώτη ομάδα βρίσκεται στις κατώτερες κοινωνικές βαθμίδες, κατέχει τις υποδεέστερες κοινωνικές θέσεις και αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης. Το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στη δεύτερη ομάδα, οι βλάκες της οποίας  κατέχουν σπουδαίες θέσεις στην κοινωνία. Με βάση την αρχή της ελαχίστης προσπαθείας, συνασπίζονται για να αντιμετωπίσουν μια ισχυρότερη δύναμη στο πρόσωπο των ολίγων ή του ενός, και οργανώνονται σε ομάδες, οι οποίες στην κοινωνιολογία ονομάζονται «κλίκες».
Αυτός ο τύπος ανθρώπου έχει μία μανία, να ανήκει σε οργανώσεις, πάσης φύσεως και όσο το δυνατό περισσότερες. Αυτό εξηγείται πρώτα πρώτα από την έλλειψη ατομικότητας, η οποία συνεπάγεται μία μεγάλη ευκολία αγελοποίησης. Εκτός τούτου, διακατέχεται συνεχώς από φόβο και πανικό μήπως περιέλθει σε οποιοδήποτε «περιθώριο». Αποτέλεσμα: Δημιουργείταιαυτόματη συρροή βλακών σε πάσης φύσεως οργανώσεις. Και εάν μεν οι οργανώσεις αυτές είναι συμφεροντολογικές, διατηρούν τουλάχιστον την σοβαρότητα των συμφερόντων τους. Εάν όμως είναι πνευματικές, συν τω χρόνω, περιέρχονται σε πλήρη βλακοκρατία.
Κατόπιν όλων τούτων επόμενο είναι ότι οι λεγεώνες των βλακών ωθούνται και υφίστανται ακατανίκητη έλξη από τις παντός είδους αγελαίες, αντιατομιστικές και ομαδιστικές οργανώσεις και θεωρίες, καθώς επίσης και από πάσης φύσεως παρεμβατισμό ή διευθυνομένη οικονομία. Έτσι εξηγείται και η ατελείωτη επιλογή βλακών στα ομαδικά συστήματα, η οποία με την βοήθεια μιας πολιτικής βίας κατοχυρώνεται και σαν πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς. Η ελευθερία της σκέψης (χρήσιμη μόνον σε εκείνους που διαθέτουν σκέψη) είναι για τους βλάκες ιδιαίτερα αντιπαθητική, διότι ασκούμενη από άλλους στρέφεται εναντίον τους, εναντίον των συμφερόντων τους και εναντίον των εξουσιαστικών θέσεων τις οποίες κατέχουν.
Με βάση τα παραπάνω είναι εύκολο να ερμηνευτεί και η ακατανίκητη τάση των βλακών προς πάσης φύσεως αγελαίες εμφανίσεις, κοσμικές συγκεντρώσεις, προβολή από τα Μ.Μ.Ε, διακρίσεις, τίτλους, «διπλώματα» και κάθε είδους «παράσημα». Και εδώ προκύπτει ένα μεγάλο ερώτημα: Από πού κι’ ως πού είναι δεδομένη η δυνατότητα της βλακικής αγέλης να δράσει με τρόπο αποτελεσματικό; Αυτό συμβαίνει κατά πρώτον διότι ωρισμένοι βλάκες κατέχουν θέσεις υποδεέστερες μεν, αλλά εντελώς «μοιραίες» στον κοινωνικό οργανισμό, ο οποίος στην πράξη βασίζεται στις κατώτερες του βαθμίδες. Στην πράξη, τα πρόσωπα των ανωτέρων βαθμίδων  εξαρτώνται από τα κατώτερα και μερικές φορές μάλιστα αυτή η εξάρτηση παίρνει μορφές καθαρά εκβιαστικές. Για παράδειγμα, ένας υπάλληλος μπορεί να προωθήσει ή να ενταφιάσει μία υπόθεση σε μία υπηρεσία ή να καλύψει έναν εγγληματία σε μία αστυνομική αρχή, σε περίπτωση που τα κατώτερα πρόσωπα της ιεραρχίας είναι αλληλέγγυα προς αυτόν. Κατά δεύτερον οι «κλίκες» μπορούν να προωθήσουν τα μέλη τους σε ανώτερες βαθμίδες και να αναδείξουν τον εαυτόν τους, παρακωλύοντας αντίθετες ενέργειες υπερκειμένων παραγόντων για την προώθηση προσώπων αξίων και ικανών. Έτσι, τα δεδομένα της βλακοκρατείας κλιμακώνονται και η καταστάσεις διαιωνίζονται. Ενός βλακός ερχομένου, μύριοι έπονται. Διότι ένας βλάξ, εφόσον ανέλθει, θα προωθήσει πρόσωπα μόνον κατώτερα από τον εαυτόν του.
Οι βλάκες ταξινομούνται σε τρείς μεγάλες υποομάδες ή παραλλαγές. Η πρώτη παραλλαγήπεριλαμβάνει βλάκες και ανίκανους οι οποίοι ανέρχονται και επικρατούν ατομικά και καταλαμβάνουν θέσεις στις οποίες η ανεπάρκεια τους είναι τουλάχιστον ανεκτή αν όχι και πλεονεκτική. Πολλές φορές οι άνθρωποι αυτοί καταλαμβάνουν αξιώματα με τα οποία ουδέποτε θα καταδεχόταν να ασχοληθεί ένας σοβαρά απασχολούμενος άνθρωπος. Άλλοτε όμως μπορεί να γίνουν ακόμη και σοβαροί παράγοντες μίας κυβέρνησης ή ακόμη και πρόεδροι μίας Δημοκρατίας. Και βέβαια όλα τα αξιώματα διανθίζονται με διακρίσεις, παράσημα, δεξιώσεις κ.ο.κ. Για μία τέτοιου είδους άνοδο απαιτούνται ειδικά προσόντα: Πρώτον παντελής έλλειψη προσωπικότητας. Αυτή εκδηλώνεται με μόνιμη απουσία γνώμης πάνω στο οποιοδήποτε ζήτημα, με το φόβο της σύγκρουσης και της διαφωνίας, καθώς επίσης και με μία ολιγόλογη ανιαρότητα, η οποία μπορεί να εκληφθεί και σαν βαθύνοια ή σοβαρότητα, στην πραγματικότητα όμως οφείλεται απλά και μόνον στην απόλυτη έλλειψη πνεύματος. Με λίγα λόγια αυτού του τύπου οι βλάκες είναι σοβαροφανείς και διακρίνονται σε δύο υποομάδες: Αυτούς που «ψωνίζουν», δηλαδή αγοράζουν αλλά δεν πουλάνε, και αυτούς που «σνομπάρουν».
Αυτοί που «ψωνίζουν» έχουν έκδηλη στο πρόσωπο την βλακώδη πονηρία. Η εξυπνάδα ενός τέτοιου βλάκα συνίσταται στην πεποίθηση της ικανότητας του να κρύβει με μεγάλη επιμέλεια την ίδια του την εξυπνάδα. Έτσι λοιπόν αποφεύγει να μιλάει και περιορίζεται να ακούει τα λεγόμενα των άλλων, τα οποία μάλιστα συνοδεύει και με ένα εξυπνώδες ηλίθιο μειδίαμα. Αποφεύγει να απαντά, διότι βεβαίως δεν είναι «κουτός» για να εκτεθεί. Κατ’ αρχήν θεωρεί τον κάθε άνθρωπο εχθρό, ο οποίος καραδοκεί να του αρπάξει, με σκοπό να τον εκθέσει, όποια τυχόν εκδήλωση του ξεφύγει κατά λάθος. Γι’ αυτό και ένας τέτοιος τύπος είναι όλη την ώρα ιδιαίτερα προσεκτικός. Τον καθένα που εκφράζεται με γνώμες και απόψεις τον θεωρεί αναμφισβήτητα βλάκα, ενώ ο ίδιος φροντίζει να κρύβει με επιμέλεια την ευφυϊα του πίσω από ένα συγκαταβατικό μειδίαμα. Για τους διανοούμενους, και ιδίως για αυτούς που αγωνίζονται, τρέφει απέραντη περιφρόνηση και τους αντιμετωπίζει με συγκρατημένη αυτοπεποίθηση, συγκατάβαση και μετριόφρονα υπεροχή.
Αυτοί που «σνομπάρουν» αποτελούν μία πραγματική κοινωνική μάστιγα. Αυτοί, ως επί το πλείστον, μιλούν πολύ και περιπλέκουν με υπέρμετρο στόμφο πράγματα μικρά, προφανή και αυτονόητα που τα παρουσιάζουν για μεγάλα, δυσνόητα και σπουδαία. Διανθίζουν μάλιστα και το πομπώδες ύφος τους με μία στάση προστατευτική, η οποία ζητά να κατακτήσει την συμπάθεια του κόσμου, ενώ στην πραγματικότητα μοναδικό σκοπό έχει να υποτιμήσει τους άλλους.
Στη δεύτερη παραλλαγή εντάσσονται οι λεγόμενες χρυσές μετριότητες, οι οποίες μέσα σε μία στοιχειώδη εξυπνάδα αποφασίζουν να υποδυθούν ότι είναι βλάκες, να κάνουν δηλαδή την «πάπια», όπως λέει και ο λαός. Είναι δηλαδή κάποιοι στοιχειωδώς ευφυιείς οι οποίοι υποκρίνονται, διότι, ζώντας ανάμεσα σε τελείως βλάκες, ξέρουν ότι, αν η στοιχειώδης ευφυία τους αποκαλυφθεί, η παρουσία τους κινδυνεύει να γίνει ασύμφορα προκλητική. Αυτός ο ρόλος βέβαια είναι ιδιαίτερα δύσκολος. Πρώτα πρώτα, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να κρύψει κανείς την οποιανδήποτε πνευματική ή ψυχική ζωή του και τις αναπόφευκτες αντανακλάσεις της όποιας εσωτερικότητας στην εξωτερική του εμφάνιση. Έτσι η παρουσία ενός στοιχειωδώς ευφυιούς, που δεν διαθέτει και ιδιαίτερο υποκριτικό ταλέντο και προσπαθεί να κάνει την «πάπια», εκπέμπει μία αύρα ανθρώπου σε κατάσταση άμυνας ή φυγής και στη χειρότερη περίπτωση ζώου σε κατάσταση πανικού. Τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα της απέχθειας και του φόβου για τους απέναντι, της αποφασιστικότητας να ξεπεράσει τον εαυτό του αλλά και της αυτοαπόρριψης για τον συμβιβασμό που κάνει, προδίδουν την επί της ουσίας αδυναμία του να συναγωνιστεί τους «άλλους». Άλλωστε, οι άλλοι, ως γνήσιοι βλάκες, δηλαδή φτωχοί στο πνεύμα και επίπεδοι στο συναίσθημα, διαθέτουν τέτοιο ένστικτο καχυποψίας, εξ αιτίας του οποίου η κάθε προσπάθεια του στοιχειωδώς ευφυϊούς για να υποκριθεί ματαιώνεται και η κάθε πραγματική του ειλικρίνεια εκλαμβάνεται σαν υποκρισία.
Ο βλάκας έχει την ένστικτη καχυποψία τόσο ανεπτυγμένη, ώστε αδυνατεί να αναγνωρίσει και να εννοήσει συλλογισμούς και ευφυϊείς υπολογισμούς  που βασίζονται στην διάννοια. Για τον βλάκα ο μηχανισμός της διάννοιας είναι ξένος και νοητικά απροσπέλαστος. Απέναντι στη σκέψη των άλλων αισθάνεται άοπλος και ανυπεράσπιστος. Έτσι, μία μόνον άμυνα διαθέτει, όπως ακριβώς ένα άγριο ζώο ή ένας πρωτόγονος άνθρωπος:  Την ένστικτη καχυποψία. Η καχυποψία και η απότοκος αυτής πονηρία λειτουργούν τελικά αντίθετα από την διάννοια και κόντρα σε αυτήν, παρά το γεγονός ότι, εξελικτικά, η διάννοια δεν είναι κάτι το οποίο αναπτύσσεται αντίθετα ή ανεξάρτητα από το ένστικτο, αλλά αποτελεί εμπλουτισμό του ενστίκτου με λογικά μέσα. Πονηρία είναι η ενεργητική όψη και το δεύτερο στάδιο της καχυποψίας, η πονηρία δηλαδή συνεπάγεται δράση. Δράση όμως κατά κύριον λόγο αμυντική, η οποία προϋποθέτει ένα ζώο πνευματικά αμήχανο και ενστικτωδώς πανικόβλητο. Ως εκ τούτου δε, και εξαιρετικά επικίνδυνο. Η βλακώδης ποιότητα συλλογισμών και συμπερασμάτων προάγει την παθητική άμυνα που λέγεται καχυποψία σε ενεργητική άμυνα και δράση εναντίον «υπόπτων»… Εκτός αυτού, βλακώδεις συλλογισμοί και συμπεράσματα έρχονται να τεθούν σε πρακτική εφαρμογή και να δραστηριοποιήσουν μεθόδους ανάλογης πνευματικής υποστάθμης, όπως κολακεία, ψεύδος, ραδιουργία, κλάψα και επαιτεία, προσφορά υπηρεσιών με ανήθικο περιεχόμενο, χαφιεδισμό, χειροφιλήματα, εκφωνήσεις λόγων, συρραφή κολακευτικών στίχων και ό,τι άλλο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, ανάλογα με την περίσταση. Αυτή η τελευταία θετική και προσοδοφόρα χρησιμοποίηση της πονηρίας ονομάζεται επιτηδειότης. Και εδώ συμβαίνει και πραγματοποιείται το εξής καταπληκτικό: Η ευτέλεια και η διανοητική κατωτερότητα των κολακευομένων προσδίδει μεγάλη δύναμη στα βλακώδη μέσα, τόσο μεγάλη ώστε οι βλάκες, με την λεγόμενη επιτηδειότητά τους, καταφέρνουν τελικά και πετυχαίνουν τον σκοπό τους, προωθούνται και επικρατούν.
Εδώ βεβαίως τίθεται ένα πάρα πολύ μεγάλο ερώτημα: Ποιά υποκατηγορία βλακών είναι η πλέον επικίνδυνη για την κοινωνία, αυτή που διαπράττει όλα όσα αναφέραμε παραπάνω ή εκείνη που θεωρεί ως ευφυείς όλους αυτούς τους επιτήδειους βλάκες; Με άλλα λόγια ποιός είναι περισσότερο βλάξ, ο κολακεύων ή ο κολακευόμενος; Όπως όμως και να έχει το ζήτημα, βέβαιον είναι ότι όλα τα μέσα της λεγόμενης επιτηδειότητας είναι εντελώς άσχετα με την ευφυϊα και ότι κανένας πραγματικά ευφυής δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη να τα χρησιμοποιήσει από την στιγμή που η ευφυϊα αναμφισβήτητα δίνει στον κατέχοντα την δυνατότητα να πολεμήσει και να επικρατήσει με την αξία του. Ότι τα μέσα τα οποία χρησιμοποιούν οι επιτήδειοι είναι ευκολώτερα δεν αμφισβητείται. Ότι ο κολακευόμενος, εάν πιστέψει στην ειλικρίνεια του επιτηδείου είναι βλάξ, επίσης δεν αμφισβητείται. Είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ότι, εαν ο κολακευόμενος είναι βλάξ, βλάξ θα είναι και αναγκαστικά και αυτός ο οποίος τον πείθει; Αλλοίμονο… Κανένας ευφυής δεν έχει μέχρι τώρα κατορθώσει να πείσει έναν βλάκα και καμία συνεννόηση δεν έχει επιτευχθεί μεταξύ ετερογενών εγκεφάλων. Δύο κεφαλές, για να συνεννοηθούν, πρέπει να είναι ή εξ ίσου κενές ή εξ ίσου πλήρεις. Κλασσική είναι η αποτυχία των ευφυών οι οποίοι κατά καιρούς αποπειράθηκαν να εισέλθουν στον ψυχοδιανοητικό κόσμο των βλακών. Και αλλοίμονο… Εάν οι βλάκες τυχαίνει κάποτε να είναι και ισχυροί εξουσιαστές των υψηλών αξιωμάτων, τραγική είναι η μοίρα των αποτυχόντων ευφυών. Τόσο τραγική μέχρι του σημείου να οδηγηθούν αυτοί οι άτυχοι στην απελπισία και καμιά φορά και στον τερματισμό της σταδιοδρομίας τους ή ακόμα και της ζωής τους. Αντιθέτως, ούτε ένα νέφος δεν διατάραξε ποτέ την σύμπνοια μεταξύ των ομοειδών εκείνων βλακών οι οποίοι θεωρούν τους ατυχήσαντες αυτούς ευφυείς αναμφισβητήτως βλάκες.
Η τρίτη παραλλαγή αποτελεί μία προχωρημένη μορφή της προηγουμένης. Εδώ εντάσσονται κάποιοι βλάκες-απατεώνες, συνοδευόμενοι μάλιστα από μία ακόμη βλακώδη υποομάδα, τους βλάκες-θαυμαστές των απατεώνων. Οι πρώτοι δεν διστάζουν να διακηρύττουν με κομψότητα, βάσει κάποιου λεγόμενου ωφελιμισμού, ότι η τιμιότητα είναι βλακεία. Όμως, αν ένας βλάκας καταφεύγει στην επιτηδειότητα λόγω των πενιχρών πνευματικών του μέσων, εξ αιτίας της ίδιας πενίας και έλλειψης θα καταφύγει και στην απάτη. Ως γνωστόν, απάτη είναι είτε η παρουσίαση ψευδών πραγμάτων ως αληθών, είτε και η απλή αποσιώπηση της αλήθειας. Από έναν τέτοιον ορισμό προκύπτει η επικρατέστερη άποψη των συνηθισμένων ανθρώπων ότι η απάτη επιτυγχάνει αφ ενός μεν λόγω της ευφυϊας του απατεώνα, αφ ετέρου δε λόγω της ευπιστίας του θύματος. Όμως, ο καθένας, ακόμη και ένας βλάκας, μπορεί να παρουσιάσει ψεύτικα πράγματα ως αληθινά. Η απάτη είναι ο διανοητικά ευκολώτερος δρόμος, γι’ αυτό και καταφεύγει σε αυτήν ο στερημένος από άποψη ευφυϊας. Αντιθέτως τα έντιμα μέσα είναι δυσκολώτερα, διότι προϋποθέτουν διανοητική ενέργεια και πραγματική ατομική αξία. Παρόλα ταύτα, μεταξύ των θαυμαστών των απατεώνων είναι ευρύτατα διαδεδομένη η αντίληψη ότι ένας απατεώνας όχι μόνον αποκλείεται να είναι βλάκας, αλλά οπωσδήποτε είναι ευφυής. Αυτή η αντίληψη προέρχεται από την «θεωρία» των βλακών περί της ευπιστίας. Πράγματι, είναι αλήθεια ότι ο βλακωδέστερος των βλακών θα μπορούσε να εξαπατήσει έναν Κάντ ή έναν Μπετόβεν. Κι’ αυτό διότι η ευπιστία, θεωρώντας εκ των προτέρων τα άλλα άτομα ως έντιμα και συνεπώς ευφυή, είναι το μεγαλύτερο τεκμήριο πνευματικής ανάπτυξης και πολιτισμού. Όμως οι βλάκες είναι εθισμένοι να «σκέπτονται» όχι με τον νοητικό μηχανισμό, τον οποίον άλλωστε δεν διαθέτουν, αλλά με χονδροειδείς και μόνον εξωτερικές εντυπώσεις. Δεν ερευνούν τις αιτιοκρατικές σχέσεις, αλλά εντυπωσιάζονται από το μεμονωμένο γεγονός μιας επιτυχημένης απάτης, και από ένα τέτοιο γεγονός συνάγεται με συνοπτικές διαδικασίες αφ ενός μεν η βλακεία του θύματος, αφ ετέρου δε η ευφυϊα του απατεώνος.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ
Eύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η παραγωγή βλακών δεν είναι ταξική. Η φύση δεν έδωσε σε μία ωρισμένη κοινωνική τάξη το επίζηλο αυτό προνόμιο. Καμία κοινωνική τάξη δεν στερήθηκε τους βλάκες και τον ιδιαίτερο κοινωνικό τους ρόλο. Η βλακεία δεν έχει ταξική πατρίδα. Ψυχολογικές είναι οι διαφορές που δημιουργούν τις ποικιλίες και τις παραλλαγές μεταξύ των βλακών που ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και η εκάστοτε ανώτερη τάξη φαίνεται ότι έχει προικιστεί πλουσιοπάροχα με τους πλέον διασκεδαστικούς από τους τύπους αυτούς. Ο βλάκας της ανώτερης τάξης, με την φυσική ατροφία στον βουλητικό του κόσμο και χωρίς καμία δικιά του πνευματικότητα, λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν του την ατελείωτη σειρά από τα «πρέπει» και τις απαγορεύσεις που του επιβάλλει η ευπρεπής του οικογένεια. Έτσι, μέσα στον ταξικό του κύκλο κερδίζει τον τίτλο του «καλού παιδιού», ενώ στην αντικειμενική διάλεκτο θα μπορούσε να αποκληθεί με επιείκεια «ευπρεπής» ή «καθώς πρέπει βλάξ». Αντίθετα, ένα παιδί του λαού ονομάζεται σε αντίστοιχη περίπτωση, κατά κυριολεξία και χωρίς επιείκεια, πολύ απλά και πολύ λαϊκά και εντελώς απερίφραστα «κόπανος». Και στα πλαίσια της κατώτερης κοινωνικής τάξης τα πράγματα είναι για τον βλάκα πάρα πολύ πιο δύσκολα. Ένας βλάκας ανώτερης κοινωνικής τάξης απολαμβάνει στην μαθητική του ηλικία όλη την μορφωτική αγωγή και περιποίηση, που τον κάνουν να παραμένει ψυχολογικά αμείωτος. Αυτό όμως σε πρεσβύτερη ηλικία επαυξάνει την γελοία του αυτοπεποίθηση, του δίνει την δυνατότητα να φτάσει ανενόχλητος σε υψηλά κοινωνικά αξιώματα και η ατομική του ύπαρξη, ως μη ώφειλε, είναι γνωστή στην κοινωνία. Αντίθετα ένας βλάκας-παιδί του λαού χειραγωγείται πολύ σκληρά, τόσο από τους γονείς του, όσο και από τους δασκάλους του και τους συμμαθητές του στο σχολείο. Και αυτή η σκληρότητα μπορεί να τον φτάσει μέχρι την πλήρη ψυχολογική εξουθένωση με την υποτίμηση, τους προπηλακισμούς, τις φάρσες, τις ύβρεις και τις βιαιοπραγίες. Μετά από όλα αυτά βέβαια ο βλάξ των λαϊκών τάξεων είναι πάρα πολύ δύσκολο να ανέλθει στην κοινωνική κλίμακα, γι’ αυτό και, σε σύγκριση με τον γεμάτο αυτοπεποίθηση και έπαρση βλάκα των ανωτέρων τάξεων, είναι πολύ λιγώτερο γελοίος, συμπαθέστερος, σεμνότερος, εν πολλοίς άγνωστος και βεβαίως ακινδυνώτερος. Όπως και να έχουν τα πράγματα όμως, το πνευματικό προλεταριάτο πάσης ταξικής καταγωγής είναι ένα και ενιαίο.
ΤΕΛΙΚΑ ΜΗΠΩΣ Η ΤΙΜΙΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΒΛΑΚΕΙΑ;
Μετά από όλη αυτήν την θεώρηση των πραγμάτων, ένα μεγάλο ζήτημα που προκύπτει είναι η σχέση μεταξύ του βλάκα και του επιτήδειου ή και του απατεώνα. Με άλλα λόγια, η σχέση ανάμεσα στην τιμιότητα και την βλακεία ή ανάμεσα στην ανηθικότητα και την ευφυϊα. Οι περισσότεροι συνηθισμένοι άνθρωποι θεωρούν τον επιτήδειο και τον απατεώνα ενδεχομένως ανήθικους, τους κατατάσσουν όμως αναμφισβήτητα μεταξύ των ευφυϊών. Οι περισσότεροι συνηθισμένοι άνθρωποι διαχωρίζουν την ανηθικότητα από την βλακεία και το ήθος από την ευφυϊα. Όμως συμβαίνει εντελώς το αντίθετο: Ο επιτήδειος και ο απατεών είναι απλά και μόνον υποδιαιρέσεις του βλακός. Και ιδού πώς: Κανένας άξιος άνθρωπος δεν έχει ανάγκη την επιτηδειότητα και την απάτη για να προωθηθεί και να επικρατήσει. Κανένας άνθρωπος με πραγματική αξία δεν έχει ανάγκη να γίνει επιτήδειος ή απατεών. Η πονηρία αποτελεί φυσική ιδιότητα των βλακών και αναπτύσσεται σαν η μόνη εφικτή άμυνα, στην οποία η φυσική ατροφία του νοητικού μηχανισμού των βλακών επιτρέπει να αναπτυχθεί. Από αυτήν και μόνον την διαπίστωση προκύπτει ότι μόνον ένας άνθρωπος πνευματικά ανάπηρος έχει ανάγκη την επιτηδειότητα και την απάτη για να προωθηθεί και να επικρατήσει. Απόλυτη συνέπεια τηςπνευματικής αναπηρίας ενός βλάκα είναι άλλωστε όχι μόνον η αγελαία του τάση, όχι μόνον ηπροώθησή του, πλάτη με πλάτη, με την λεγεώνα των ομοίων του, αλλά και η έλλειψη αντίθετης γνώμης, η αποφυγή κάθε σύγκρουσης και κάθε μάχης, και η προσφυγή, αντί όλων αυτών, στα ευτελέστερα και ευκολώτερα μέσα της κολακείας, των  εκδουλεύσεων, τηςεπιτηδειότητας και της απάτης. Εξ’ ού και έπεται το ακλόνητο τούτο δόγμα: Η ανηθικότητα αποτελεί αποκλειστικό προϊόν βλακείας.

Συγγραφέας: Ευάγγελος Λεμπέσης

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Θα αγοράζατε ένα αυτοκίνητο που έχει προγραμματιστεί να σας σκοτώσει αν πρέπει να σώσει δύο ή περισσότερους πεζούς;

Ποιoν θέλεις να σκοτώσει το αυτόματο αυτοκίνητό σου;


Θα αγοράζατε ένα αυτοκίνητο που έχει προγραμματιστεί να σας σκοτώσει αν πρέπει να σώσει δύο ή περισσότερους πεζούς; Το φαινομενικά υποθετικό αυτό ερώτημα απασχολεί τα τελευταία χρόνια κυβερνήσεις, φιλοσόφους και αυτοκινητο­βιομηχανίες σε όλο τον κόσμο. Και απάντηση δεν βρίσκουν…

Τα αυτόνομα αυτοκίνητα δεν έχουν αυτογνωσία. Δουλειά τους είναι να οδηγούν, όχι να σκέφτονται

Ερικ Σμιτ - πρώην CEO της Google
Το έτος 2030 κινείστε σε έναν ορεινό επαρχιακό δρόμο με το αυτόνομο αυτοκίνητό σας -χωρίς οδηγό- όταν πετάγονται στον δρόμο τρία παιδάκια. Σε δέκατα του δευτερολέπτου το σύστημα ελέγχου του αυτοκινήτου πρέπει να αποφασίσει αν θα στρίψει απότομα οδηγώντας σας σε βέβαιο θάνατο ή θα κινηθεί ευθεία σκοτώνοντας τα παιδιά.
Η απόφασή του θα εξαρτηθεί από έναν αλγόριθμο που έχει δημιουργήσει η κατασκευάστρια εταιρεία και ο οποίος θα πρέπει να συνυπολογίσει τα οφέλη και τις απώλειες σε υλικές ζημιές και ανθρώπινες ζωές.
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι προγραμματιστές του συγκεκριμένου αλγόριθμου απασχολεί εδώ και δεκαετίες την Ηθική. Ουσιαστικά αποτελεί μια ακόμη παραλλαγή του περίφημου «προβλήματος του τραμ» που διατυπώθηκε τη δεκαετία του '60: ένα τραμ κινείται εκτός ελέγχου σε μια σιδηροτροχιά όπου βρίσκονται δεμένα πέντε άτομα.
Ενας εξωτερικός παρατηρητής μπορεί να αλλάξει τη σύνδεση των γραμμών σε μια διασταύρωση ώστε το τραμ να περάσει σε άλλη γραμμή. Εκεί όμως θα σκοτώσει έναν ανυποψίαστο εργάτη που πραγματοποιεί εργασίες συντήρησης.
Ερευνες απέδειξαν ότι το 90% των ερωτηθέντων υποστηρίζει ότι ο παρατηρητής πρέπει να θυσιάσει τον εργάτη προκειμένου να σώσει τα πέντε άτομα.
Σε μια πιο σύνθετη παραλλαγή του προβλήματος, που παρουσίασε η Αμερικανίδα φιλόσοφος Τζούντιθ Τζάρβις Τόμσον, ο εξωτερικός παρατηρητής μπορεί να σώσει τα πέντε άτομα μόνο αν σπρώξει στις γραμμές ένα βαρύ αντικείμενο. Και το μόνο που του βρίσκεται είναι ένας χοντρός κύριος που στέκεται δίπλα του.
Θα αναλάβει όμως να σκοτώσει έναν άνθρωπο με τα ίδια του τα χέρια για να σώσει πέντε άλλους; Και πώς θα επηρεάσει την απόφασή του το αν γνωρίζει προσωπικά τον χοντρό κύριο, αν αυτός είναι καλός άνθρωπος ή αν είναι ο δράστης που έδεσε τα πέντε άτομα στις ράγες;
Η Τόμσον παρουσίασε και μια ακόμη πιο ακραία εκδοχή (χωρίς τραμ) στην οποία ένας γιατρός έχει πέντε ετοιμοθάνατους ασθενείς που χρειάζονται μεταμοσχεύσεις οργάνων.
Οταν χτυπά την πόρτα του ένας άγνωστος στην περιοχή τουρίστας (που συμπτωματικά είναι συμβατός δότης για όλους τους ασθενείς) ο γιατρός αναρωτιέται εάν θα έπρεπε να τον σκοτώσει για να σώσει τους πέντε ασθενείς του.
Οσο πιο σύνθετο είναι το «πρόβλημα του τραμ» τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται ότι δεν υπάρχουν προκαθορισμένες ηθικές απαντήσεις – άλλωστε η ίδια η ηθική, όπως μας δίδασκε και ο Λένιν, μεταβάλλεται από κοινωνία σε κοινωνία και από εποχή σε εποχή όταν αλλάζουν οι κοινωνικές συνθήκες και εν τέλει οι παραγωγικές σχέσεις.
Εχουν όμως αυτά κάποια σχέση με τα νέα αυτοκίνητα χωρίς οδηγό ή μήπως αποτελούν νοητικές ασκήσεις για να κρατάμε απασχολημένους τους φιλοσόφους μας;
Στην περίπτωση του αυτοκινήτου, όπως είπαμε, το ερώτημα είναι ποιος θα καθορίσει τον αλγόριθμο. Δηλαδή σε ποιον θα δώσουμε την εξουσία να αποφασίζει ποιος ζει και ποιος πεθαίνει.
Αν λόγου χάρη αποφασίζει μια ασφαλιστική εταιρεία, θα προτιμά να προκαλεί δυστυχήματα με το μικρότερο οικονομικό κόστος. Αντίθετα μια αυτοκινητοβιομηχανία θα έχει στόχο να προστατεύσει τους επιβάτες του οχήματος και όχι τους πεζούς ή τους άλλους οδηγούς.
Διαφορετικά κανείς δεν θα αγοράσει ένα αυτοκίνητο εάν γνωρίζει εκ των προτέρων ότι ενδέχεται να τον «θυσιάσει» προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.
Σχετικές έρευνες μάλιστα έδειξαν ότι οι ίδιοι άνθρωποι που απαντούσαν ότι είναι καλύτερο να σκοτωθεί ένα άτομο αντί για πέντε δήλωναν ότι δεν θα αγόραζαν ένα αυτοκίνητο που θα λάμβανε αυτήν την απόφαση.
Είναι επίσης αφελές να πιστεύει κανείς ότι η νέα τεχνολογία θα φέρει την ισότητα σε ένα σύστημα που τρέφεται από τις ανισότητες και πως οι πλούσιοι οδηγοί δεν θα έχουν ένα τρόπο να παρακάμπτουν έναν αλγόριθμο που μπορεί να τους σκοτώσει. Αφήνοντας λοιπόν την απόφαση στις δυνάμεις της αγοράς είναι πιθανότερο να θρηνούμε περισσότερα θύματα.
Θεωρητικά τον τελικό λόγο θα πρέπει να έχει κάποια κρατική αρχή η οποία θα προτιμήσει την επιλογή με τα λιγότερα θύματα. Αυτό βέβαια προϋποθέτει ότι το κράτος αντιμετωπίζει τους πολίτες του ισότιμα και αποδίδει την ίδια αξία σε κάθε ανθρώπινη ζωή – γεγονός που όπως εμπειρικά γνωρίζουμε δεν ισχύει σχεδόν σε καμία περίπτωση.
Το σημαντικότερο βέβαια πρόβλημα, θα υποστηρίξουν ορισμένοι, είναι ότι από τη στιγμή που και το κράτος δεν είναι παρά ένα εργαλείο που διασφαλίζει την κυριαρχία της εκάστοτε οικονομικής ελίτ είναι πολύ πιθανότερο να υποκύψει στα αιτήματα των ισχυρότερων λόμπι του χώρου.
Πριν τους κατηγορήσουμε συλλήβδην για συνωμοσιολογία να θυμηθούμε ότι ο πρώην επικεφαλής στρατηγικού σχεδιασμού του Ομπάμα, Ντέιβιντ Πλουφ, μεταπήδησε στην εταιρεία Uber, όταν αυτή αντιμετώπιζε προβλήματα με τις αμερικανικές αρχές για τους κανόνες που διέπουν τις υπηρεσίες της.
Σήμερα η Uber πρωτοστατεί μαζί με την Google στις έρευνες για τα αυτοκίνητα χωρίς οδηγό και σύντομα θα χρειαστεί ανθρώπους που ξέρουν πώς να κινούν τα νήματα στους διαδρόμους της Ουάσινγκτον.
Η τεχνολογία είναι λοιπόν και πάλι εδώ για να κάνει τη ζωή μας ευκολότερη και ασφαλέστερη. Το θέμα είναι με ποιον θα μοιραζόμαστε τα κλειδιά του νέου μας «ΙΧ» αυτοκινήτου.
efsyn

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

καφενεία...

7 τύποι που συναντάς πάντα στα καφενεία...

7 τύποι που συναντάς στα καφενεία
Τα καφενεία, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι η σύγχρονη εκκλησία του δήμου. Μπορεί η αυθεντική να έμεινε στην ιστορία για κάτι δημοκρατίες και άλλα τέτοια χαζά, αλλά στα καφενεία  δημιουργούνται συνειδήσεις. 
Εμείς αυτά τα έχουμε φάει και με το κουτάλι και με το πιρούνι και με τα χέρια. Έτσι θεωρήσαμε χρέος μας να σου περιγράψουμε τι ακριβώς βλέπεις γύρω σου κάθε φορά. 
Αυτοί είναι οι 7 τύποι που συναντάς πάντα στα καφενεία....


Τον συγκεκριμένο τύπο τον καταλαβαίνεις πάντα από την εφημερίδα. Είτε κρατάει Ελεύθερη Ώρα είτε κάποια καμμένη εφημερίδα της επαρχίας με τεράστιους τίτλους και 11 διαφορετικές γραμματοσειρές στο ίδιο πρωτοσέλιδο. Στα κλειδιά του δεσπόζει μπρελόκ με το "πουλί" της χούντας και ο ίδιος πάντα αναπαράγει τις κλασικές πίπες που λένε οι χουντικοί. Είναι ψηλός, αντιπαθητικός και θεωρεί τον εαυτό του απόγονο των αρχαίων ελλήνων. Κάνει μόνο κρύα αστεία ενώ την πέφτει ελεεινά στη σερβιτόρα με ατάκες Στάθη Ψάλτη την ίδια στιγμή που πιστεύει ότι είναι γκόμενος. Δεν τον συμπαθεί κανείς, αλλά έχει φράγκα από τη μούφα σύνταξη που του έβγαλε το ΠΑΣΟΚ και τους κερνάει όλους, οπότε απλά τον ανέχονται. 

Πρώην δημόσιος υπάλληλος, πρώην συνδικαλιστής, πρώην μέλος κλαδικής, νυν νοσταλγός του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Πασόκος όπως κατάλαβες από το όνομά του, είναι ένας κλασικός πρασινοφρουρός που έχει αφιερώσει τη ζωή του στα σοσιαλιστικά ιδεώδη. Πίνει μπύρα ΜΟΝΟ σε χαμηλό ποτήρι "ινοποιήματα", γκρινιάζει γιατί ο μεζές είναι λίγος και έχει ψωμοτύρι τη φράση "με τον Αντρέα δε θα γινόντουσαν αυτά". Ο Πασόκος θα τσακωθεί με τους "αλλόθρησκους" του καφενείου όταν θίξουν την πασοκάρα ΚΑΙ ΘΑ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΔΙΚΙΟ. ΝΤΑΞΕΙ; 

Αυτός είναι ο κλασικός παππούλης που δεν έχει μαντήλι να κλάψει, αλλά δεν του πάει η καρδιά να κάτσει σπίτι με τη γυναίκα του. Έτσι θα πάρει το πανάρχαιο αυτοκίνητό του και θα κατηφορίσει προς το καφενείο ελπίζοντας πως κάποιος θα τον κεράσει ή τουλάχιστον οι διπλανοί του θα πάρουν πολλούς μεζέδες. Παίζει δηλωτή με τον μεγαλύτερο μπεκρή του καφενείου και όταν εκείνος μετράει τα φύλλα, ο Τσάμπας βουτάει σαρδελίτσα, την οποία και καταπίνει αμάσητη για να μην καρφωθεί ότι την τσίμπησε. Όταν τον ρωτήσουν αν θέλει κάτι, απαντάει: "για λίγο ήρθα, περιμένει η κυρά σπίτι".
Ο Παππούλης είναι εκείνος ο κύριος που σκάει στο καφενείο πάντα με τον 4χρονο εγγονό του, οποίος φυσικά έχει και το δικό του όνομα. Παραγγέλνει ελληνικό με ολίγη "και μια πορτοκαλάδα για τον μικρό, ζεστή ε" ενώ δεν παραλείπει να ζητάει τακτικά από τον εγγονό να... "πες στον κύριο τι ομάδα είμαστε". Όταν από κάποιο άλλο τραπέζι ακουστεί μπινελίκι, ο Παππούλης θα το παίξει νευριασμένος και θα τους ζητήσει να μη βρίζουν γιατί παίζουν και παιδιά μέσα στο καφενείο. Όταν ο Παππούλης παίζει χαρτιά, έχει τον μπόμπιρα στα πόδια του και συζητάνε τα φύλλα του (ο μικρός δείχνει και ο παππούς κάνει "σσσσουουουτ"), την ίδια ώρα που συμπαίκτες και αντίπαλοι τον γαμωσταυρίζουν από μέσα τους.
Ο Νταής είναι εκείνος ο κύριος που τρώει ξύλο μέσα στο σπιτάκι του από την ίδια του τη γυναικούλα και πηγαίνει στο καφενείο για να ξεσπάσει τα νεύρα του και να δείξει το νταηλίκι του. Πίνει πολύ, λέει μόνο σεξιστικά αστεία και βάζει στοίχημα με τους γύρω του για το αν μπορεί να πηδήξει την κοπέλα που περνάει απ'έξω, στα επόμενα 4 δευτερόλεπτα. Διαλαλεί στο καφενείο ότι τη γυναίκα του την έχει σούζα ενώ μόλις εκείνη τον καλέσει, ο Νταής κάνει την πάπια στην αρχή και μόλις εκείνη κλείσει το τηλέφωνο, αυτός το κρατάει στο αυτί και αρχίζει να τη μπινελικώνει για να γίνει πιο πιστευτός στους γύρω. Φυσικά δεν γίνεται.
Η πιο συνηθισμένη φιγούρα έλληνα ψηφοφόρου και φανατικού τηλεθεατή. Μπορεί να μην πιστέψει ότι η γη γυρίζει απλά και μόνο επειδή έτσι άφησε να εννοηθεί ο Λιακόπουλος στην τελευταία του εκπομπή, αλλά πιστεύει κάλλιστα ότι η Ελλάδα μπήκε στα μνημόνια επειδή ήθελαν να μας τιμωρήσουν τα γιγάντια ρακούν που κυβερνούν τον κόσμο και δε γουστάρουν τους έλληνες. Στο καφενείο, ο Ψεκασμένος το παίζει προφέσορας και παραδίδει μαθήατα ιστορίας, πολιτικής, αθλητικών, οικονομίας και αστρονομίας, γιατί δε θέλει να βλέπει τους συμπολίτες του πρόβατα. Ο Ψεκασμένος είναι φανατικός χριστιανός ορθόδοξος.
Ο Λαίμαργος είναι ο πιτσιρίκος της παρέας, θεωρητικά. Γιατί στην πράξη, ο Λαίμαργος είναι ένας 80χρονος φυλακισμένος στο σώμα ενός 25χρονου. Συχνάζει στο καφενείο γιατί ξέρει πως εκεί παίζουν γαμάτοι μεζέδες και μάλιστα σε καλή τιμή. Αφού ρίξει το απογευματινό του ΚΙΝΟ, και παρκαρεί το ταξί στο οποίο μόλις έπιασε δουλειά (με στόχο να γίνει Ψεκασμένος όταν μεγαλώσει), θα μπει στο καφενείο με την παρέα του και θα παραγγείλει 620 μεζέδες για τον εαυτό του και 3 μπύρες για τους υπόλοιπους. Θα τα καταβροχθίσει γρήγορα και έτσι οι άλλοι θα μείνουν να πίνουν σκέτη μπύρα και να μπινελικώνουν τον λαίμαργο. ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΙΟ.aristofanis.blogspot.g
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες