το χωριο μας

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

ανυπακοή

Έριχ Φρομ: H ανυπακοή!


odofragma-skas.blogspot.gr

Για αιώνες ολόκληρους οι βασιλιάδες, οι παπάδες, οι φεουδαρχικοί άρχοντες, τα αφεντικά της βιομηχανίας και οι γονείς, επέμεναν και επιμένουν πως η υπακοή είναι αρετή και η ανυπακοή αμαρτία.


Για να εισάγουμε μια άλλη άποψη πάνω στο θέμα αυτό, ας αντιπαραθέσουμε σ΄ αυτή τη θέση την ακόλουθη διατύπωση: η ανθρώπινη ιστορία άρχισε με μια πράξη ανυπακοής και είναι πολύ πιθανό να τελειώσει με μια πράξη υπακοής.

Η ανθρώπινη ιστορία ξεκίνησε με μια πράξη ανυπακοής σύμφωνα με τους Εβραίους και τους Ελληνικούς μύθους. Ο Αδάμ και η Εύα, όταν ζούσαν στο Παράδεισο αποτελούσαν μέρος της Φύσης∙

Βρίσκονταν σε αρμονία μαζί της και δε τη ξεπερνούσαν. Ήταν μέσα στη Φύση, όπως το έμβρυο στη κοιλιά της μάνας του. Ήταν άνθρωποι κι όμως όχι ακόμα άνθρωποι. Όλα αυτά άλλαξαν όταν έδειξαν ανυπακοή σε μια διαταγή.

Σπάζοντας τα δεσμά τους με τη γη και τη μητέρα, κόβοντας τον ομφάλιο λώρο, ο άνθρωπος βγήκε από την προανθρώπινη αρμονία και μπόρεσε να κάνει το πρώτο βήμα στην ανεξαρτησία και την ελευθερία. Η πράξη της ανυπακοής ελευθέρωσε τον Αδάμ και την Εύα και τους άνοιξε τα μάτια. Αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο σαν ξένους και τον γύρω κόσμο σαν ξένο κι εχθρικό.

Η πράξη της ανυπακοής έσπασε τον αρχέγονο δεσμό με τη φύση και τους έκανε άτομα. Το «προπατορικό αμάρτημα» δε διέφθειρε τον άνθρωπο, αντίθετα τον ελευθέρωσε∙ σήμανε την αρχή της ιστορίας του. Ο άνθρωπος έπρεπε να εγκαταλείψει το Παράδεισο για να μάθει να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις και να γίνει άνθρωπος.

 Οι προφήτες, με τη μεσσιανική εξαγγελία τους, επικύρωσαν την ιδέα ότι ο άνθρωπος είχε δίκιο να μην υπακούσει∙ ότι δε καταστράφηκε από την «αμαρτία» του αλλά ελευθερώθηκε από την τροχοπέδη της προανθρώπινης αρμονίας. Για τους προφήτες, Ιστορία είναι ο χώρος όπου ο άνθρωπος γίνεται ανθρώπινος.

Στο ξετύλιγμα της αναπτύσσει τη δύναμη της λογικής  και της αγάπης ώσπου δημιουργεί μια νέα αρμονία ανάμεσα στον εαυτό του, τους συνανθρώπους του και τη Φύση. Αυτή νέα αρμονία περιγράφεται σαν το «τέλος των ημερών», σαν τη περίοδο της ιστορίας όπου υπάρχει ειρήνη ανάμεσα στους ανθρώπους, όπως ανάμεσα στον άνθρωπο και τη Φύση.

Είναι ένας νέος Παράδεισος, δημιουργημένος από τον ίδιο τον άνθρωπο, ένας Παράδεισος που μόνο εκείνος μπορούσε να δημιουργήσει, γιατί αναγκάστηκε να φύγει από το παλιό εξαιτίας της ανυπακοής του.

Όπως ο Εβραϊκός μύθος του Αδάμ και της Εύας, έτσι και ο Ελληνικός μύθος του Προμηθέα βασίζει ολόκληρο τον ανθρώπινο πολιτισμό  σε μια πράξη ανυπακοής. Ο Προμηθέας κλέβοντας τη φωτιά από τους Θεούς βάζει τα θεμέλια για την εξέλιξη του ανθρώπου.

Αν δεν είχε μεσολαβήσει το «παράπτωμα» του Προμηθέα, δε θα είχε υπάρξει ανθρώπινη ιστορία. Σαν τον Αδάμ και την Εύα, ο ήρωας τιμωρείται για την ανυπακοή του. Αυτός όμως δε μετανοεί και δε ζητά συγνώμη. Αντίθετα, φωνάζει περήφανος: «καλύτερα δεμένος πάνω σ΄ αυτό το βράχο, παρά υπάκουος δούλος των Θεών».

Ο άνθρωπος συνέχισε να εξελίσσεται χάρη σε πράξεις ανυπακοής. Δεν χρωστάει μόνο την πνευματική του ανάπτυξη στο γεγονός ότι υπήρξαν άνθρωποι που τόλμησαν να πουν όχι στις ανώτερες δυνάμεις «εν ονόματι της συνείδησης τους ή της πίστης τους», αλλά και η διανοητική ανάπτυξη του εξαρτήθηκε από την ικανότητα του να δείξει ανυπακοή, ανυπακοή στις εξουσίες που προσπαθούσαν να φιμώσουν τις νέες σκέψεις, και στη δύναμη των κατεστημένων ιδεών που θεωρούσαν ανόητη τη νέα άποψη.

 Αν η ικανότητα για ανυπακοή αποτελεί το ξεκίνημα της ανθρώπινης ιστορίας, η υπακοή μπορεί να φέρει το τέλος της. Δεν μιλάω εδώ συμβολικά ή ποιητικά. Υπάρχει μπροστά μας η δυνατότητα, ίσως και η πιθανότητα, μέσα στα επόμενα πέντε ως δέκα χρόνια, το ανθρώπινο είδος να καταστρέψει το πολιτισμό, κι ολόκληρη τη ζωή πάνω στη γη. Δεν υπάρχει καμιά λογική, ούτε νόημα στο γεγονός αυτό.

Είναι πάντως αλήθεια πως ενώ τεχνικά ζούμε στον Αιώνα του Ατόμου, η πλειονότητα των ανθρώπων–συμπεριλαμβανομένων και πολλών απ΄ αυτούς που κατέχουν την εξουσία– ζούνε ακόμα, συγκινησιακά, στη Λίθινη Εποχή∙ πως ενώ τα μαθηματικά μας, η αστρονομία και οι φυσικές επιστήμες ανήκουν στον εικοστό αιώνα, οι περισσότερες από τις ιδέες μας γύρω από την πολιτική, το κράτος και την κοινωνία βρίσκονται πολύ πίσω από τον αιώνα της Επιστήμης.

Αν η ανθρωπότητα φτάσει να αυτοκτονήσει, αυτό θα οφείλεται στους ανθρώπους που θα υπακούσουν σ΄ όποιους τους διατάξουν να πιέσουν το κουμπί του ολέθρου. Γιατί θα υπακούσουν στα αρχαϊκά πάθη του φόβου, του μίσους και της απληστίας∙ γιατί θα υπακούσουν στα ξεπερασμένα κλισέ της υπέρτατης κυριαρχίας του Κράτους και της εθνικής αξιοπρέπειας.

Οι Σοβιετικοί αρχηγοί μιλάνε πολύ για επαναστάσεις κι εμείς στον «ελεύθερο κόσμο» μιλάμε πολύ για ελευθερία. Κι ωστόσο, κι εκείνοι κι εμείς αποθαρρύνουμε την ανυπακοή–στη Σοβιετική Ένωση ξεκάθαρα και βίαια, στον «ελεύθερο κόσμο» έμμεσα και με τις πιο ύπουλες μεθόδους της πειθούς.

Δεν θέλω όμως να πω ότι κάθε ανυπακοή είναι αρετή και κάθε υπακοή ελάττωμα. Μια τέτοια θέση θα αγνοούσε τη διαλεχτική σχέση ανάμεσα στην υπακοή και την ανυπακοή. Κάθε φορά που δεν υπάρχει δυνατότητα συμβιβασμού ανάμεσα σε δυο αρχές, μια πράξη υπακοής σε μια αρχή είναι αναπόφευκτα πράξη ανυπακοής στην αντίθετη της και αντίστροφα.

Η Αντιγόνη είναι το κλασσικό παράδειγμα αυτού του διαχωρισμού. Υπακούοντας στους απάνθρωπους νόμους του Κράτους η Αντιγόνη, θα έδειχνε ανυπακοή στους ανθρώπινους νόμους. Υπακούοντας στους τελευταίους, δείχνει ανυπακοή στους κρατικούς  νόμους.

Οι μάρτυρες  κάποιας θρησκευτικής πίστης, της ελευθερίας και της επιστήμης, αναγκάστηκαν να δείξουν ανυπακοή σ΄ αυτούς που ζητούσαν να τους φιμώσουν, για να υπακούσουν στη συνείδηση τους, στους νόμους της ανθρωπότητας και της λογικής.

Αν ένας άνθρωπος μπορεί μόνο να υπακούει, τότε είναι σκλάβος∙ αν μπορεί μόνο να είναι ανυπάκουος και είναι ανίκανος να υπακούει, τότε είναι αντάρτης [όχι επαναστάτης]∙ ενεργεί από θυμό, απογοήτευση, αγανάκτηση, κι όχι στο όνομα μιας αρχής ή μιας πεποίθησης.

Η υπακοή σε ένα άτομο, σε ένα θεσμό ή μια εξουσία [ετερόνομη υπακοή] είναι υποταγή∙ προϋποθέτει τη παραίτηση μου από την αυτονομία μου και την αποδοχή μιας ξένης θέλησης ή κρίσης στη θέση της δικής μου. Η υπακοή στη δική μου λογική ή πεποίθηση [αυτόνομη υπακοή] δεν αποτελεί πράξη υποταγής αλλά αυτοεπιβεβαίωσης.

Η πεποίθηση και η κρίση μου, αν είναι αυθεντικά δικές μου, αποτελούν μέρος του εαυτού μου. Αν ακολουθήσω αυτές αντί για την κρίση των άλλων, τότε είμαι ο εαυτός μου∙ Γι΄ αυτό και ο όρος υπακοή θα χρησιμοποιηθεί εδώ μόνο διαφορετικά και με μια έννοια εντελώς διαφορετική από αυτή που χρησιμοποιούμε στη περίπτωση της ετερόνομης υπακοής.

Αλλά και αυτή η διάκριση χρειάζεται δυο άλλους καθορισμούς, τον ένα σχετικά με την έννοια της συνείδησης και τον άλλο σχετικά με την έννοια της εξουσίας.

Η λέξη συνείδηση χρησιμοποιείται για να ορίσει δυο φαινόμενα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Το ένα είναι η «αυταρχική συνείδηση», η εσωτερικευμένη δηλαδή φωνή μιας εξουσίας που είμαστε πρόθυμοι να ευχαριστήσουμε και φοβόμαστε να δυσαρεστήσουμε.

Η αυταρχική συνείδηση είναι αυτό που γνωρίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι όταν υπακούουν στη συνείδηση τους. Είναι το είδος της συνείδησης για το οποίο μιλάει ο Φρόυντ ονομάζοντας το με τον όρο «Υπερεγώ». Αυτό το Υπερεγώ εκπροσωπεί τις εσωτερικευμένες επιταγές και απαγορεύσεις του πατέρα που έχει δεχτεί ο γιος από φόβο.

Διάφορη από την αυταρχική συνείδηση είναι η «ανθρωπιστική συνείδηση»∙ αυτή είναι η φωνή που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο και είναι ανεξάρτητη από εξωτερικές ποινές και ανταμοιβές. Η ανθρωπιστική συνείδηση βασίζεται στο γεγονός πως σαν ανθρώπινα όντα διαθέτουμε μια διαισθητική γνώση γύρω από το τι είναι ανθρώπινο ή απάνθρωπο, τι προάγει τη ζωή και τι την καταστρέφει.

Η συνείδηση αυτή εξυπηρετεί τη λειτουργία μας σαν ανθρώπινα πλάσματα. Είναι η φωνή που μας καλεί πίσω στον εαυτό μας, στην ανθρωπιά μας.

Η αυταρχική συνείδηση [το Υπερεγώ] εξακολουθεί να ταυτίζεται με υπακοή σε μια εξουσία έξω από εμένα, όσο κι αν η εξουσία αυτή έχει εσωτερικοποιηθεί. Προσωπικά πιστεύω πως ακολουθώ τη δική μου συνείδηση∙ στη πραγματικότητα όμως, έχω ενστερνιστεί τις αρχές της εξουσίας.

Επειδή ακριβώς υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι η ανθρωπιστική συνείδηση και το Υπερεγώ είναι ίδια, η εσωτερικοποιημένη εξουσία είναι πολύ πιο αποτελεσματική από την εξουσία που αναγνωρίζω ξεκάθαρα σαν κάτι ξέχωρο από μένα. Η υπακοή στην «αυταρχική συνείδηση» όπως και κάθε υπακοή σε εξωτερικές σκέψεις και εξουσίες, αδυνατίζει την ανθρωπιστική συνείδηση, την ικανότητα μας να είμαστε ο εαυτός μας και να κρίνουμε μόνοι μας.

Η δήλωση, από την άλλη μεριά, πως η υπακοή σε ένα άλλο άτομο είναι υποταγή, χρειάζεται να διευκρινιστεί κι αυτή με  μια διάκριση ανάμεσα στην «παράλογη» και τη «λογική» εξουσία. Ένα παράδειγμα λογικής εξουσίας συναντάμε στη σχέση δάσκαλου και μαθητή, και παράλογης εξουσίας στη σχέση αφέντη και δούλου. Και οι δυο σχέσεις βασίζονται στο γεγονός ότι η εξουσία του ατόμου που διευθύνει γίνεται σεβαστή.

Ωστόσο, από δυναμική άποψη, έχουν διαφορετική φύση, στην ιδανική περίπτωση, στην ίδια κατεύθυνση. Ο δάσκαλος νιώθει ικανοποίηση όταν ο μαθητής του προχωράει∙ αν δεν τα καταφέρει, η αποτυχία είναι τόσο δική του όσο και του μαθητή. Ο δουλοχτήτης, αντίθετα, θέλει να εκμεταλλευτεί το δούλο του όσο γίνεται περισσότερο. Όσο περισσότερο παίρνει απ΄ αυτόν, τόσο πιο ικανοποιημένος είναι.

Ο σκλάβος, από τη πλευρά του, προσπαθεί να υποστηρίξει όσο μπορεί τη διεκδίκηση ενός μίνιμουμ ευτυχίας. Τα συμφέροντα του αφέντη και του δούλου είναι αντίθετα, γιατί, ό,τι ωφελεί τον ένα ζημιώνει τον άλλο.

Η υπεροχή του ενός πάνω στον άλλο έχει διαφορετική λειτουργία στη καθεμιά από τις δυο περιπτώσεις∙ στη πρώτη, αποτελεί την προϋπόθεση για τη προαγωγή του ατόμου που υπόκειται σ΄ αυτή την εξουσία, και στη δεύτερη, είναι η προϋπόθεση της εκμετάλλευσης του.

Μια άλλη διάκριση ακολουθεί ένα παράλληλο δρόμο μ΄ αυτή: η λογική εξουσία είναι λογική γιατί η εξουσία, είτε ασκείται από το δάσκαλο ή το καπετάνιο ενός καραβιού που δίνει διαταγή σε μια στιγμή ανάγκης, ασκείται στο όνομα της λογικής που, επειδή είναι πανανθρώπινη, μπορώ να τη δεχτώ χωρίς να υποταχθώ. Η παράλογη εξουσία αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει τη δύναμη ή την υποβολή, γιατί κανείς δε θα άφηνε να τον εκμεταλλευτούν αν ήταν ελεύθερος να το εμποδίσει αυτό.

Γιατί είναι ο άνθρωπος τόσο επιρρεπής στην υπακοή και γιατί του είναι τόσο δύσκολο να δείξει ανυπακοή; Όσο είμαι υπάκουος στην εξουσία του Κράτους, της Εκκλησίας ή της κοινής γνώμης, αισθάνομαι ασφαλής και προστατευμένος. Στη πραγματικότητα, δεν έχει και μεγάλη σημασία σε ποια δύναμη υπακούω.

Πρόκειται πάντα για κάποιο θεσμό ή για κάποιους ανθρώπους που χρησιμοποιούν τη δύναμη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και που παρουσιάζονται ύπουλα σαν παντογνώστες και πανίσχυροι. Η υπακοή μου με ταυτίζει με την εξουσία που υποστηρίζω, κι έτσι αισθάνομαι δυνατός.

Αφού εκείνη αποφασίζει για μένα, δε μπορεί να κάνω λάθος∙ αφού με φυλάει δεν είμαι μόνος∙ δε μπορώ να διαπράξω αμαρτία αφού δε μ΄ αφήνει, αλλά ακόμη κι αν αμαρτήσω, η τιμωρία είναι ο μόνος τρόπος να επιστρέψω στους κόλπους της παντοδύναμης εξουσίας.

Για να μπορέσει κανείς να δείξει ανυπακοή θα πρέπει να έχει το θάρρος της μοναξιάς, του σφάλματος και της αμαρτίας. Το θάρρος όμως δε φτάνει. Η δυνατότητα του θάρρους εξαρτάται από το επίπεδο προσωπικής ανάπτυξης του ατόμου.

Μόνο αν έχει ξεκολλήσει το άτομο από τη ποδιά της μητέρας και τις πατρικές επιταγές, μόνο αν έχει αναπτυχθεί σε ολοκληρωμένο άτομο αποχτώντας την ικανότητα να σκέφτεται και να αισθάνεται μόνος του, μόνο τότε μπορεί να έχει το θάρρος να πει «όχι» στην εξουσία, να μην υπακούσει.

Ένα άτομο μπορεί να αποχτήσει ελευθερία μέσα από πράξεις ανυπακοής, μαθαίνοντας να λέει όχι στην εξουσία. Μα δεν είναι μόνο η ικανότητα για ανυπακοή προϋπόθεση της ελευθερίας∙ είναι και η ελευθερία προϋπόθεση της ανυπακοής. Όταν φοβάμαι την ελευθερία δε θα τολμήσω να πω «όχι», δε θάχω το θάρρος να μην υπακούσω.

Στη πραγματικότητα, η ελευθερία και η ικανότητα της ανυπακοής πάνε μαζί. Έτσι, οποιοδήποτε κοινωνικό, πολιτικό ή θρησκευτικό σύστημα διακηρύσσει τη πίστη του στην ελευθερία ενώ καταπνίγει την ανυπακοή, δε μπορεί να λέει την αλήθεια.

 Υπάρχει κι ένας άλλος λόγος που μας είναι τόσο δύσκολο να τολμήσουμε την ανυπακοή, να πούμε «όχι» στην εξουσία. Στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η υπακοή έχει ταυτιστεί με την αρετή και η ανυπακοή με την αμαρτία. Ο λόγος είναι απλός: ως τα σήμερα, στο μεγαλύτερο μέρος της Ιστορίας, μια μειοψηφία κυβερνούσε την πλειοψηφία.

Αυτό ήταν αναγκαίο γιατί τα καλά πράγματα της ζωής αρκούσαν μόνο για τους λίγους και για τους πολλούς έμεναν μόνο τα ψίχουλα. Αν οι λίγοι ήθελαν να απολαύσουν τα καλά πράγματα και, πέρα απ΄ αυτό, να βάλουν τους πολλούς να δουλεύουν γι΄ αυτούς και να τους υπηρετούν, μια προϋπόθεση ήταν απαραίτητη: οι πολλοί έπρεπε να μάθουν την υπακοή.

Βέβαια, η υπακοή μπορεί να επιβληθεί με τη καθαρή βία. Η μέθοδος αυτή όμως έχει πολλά μειονεκτήματα. Δημιουργεί τη μόνιμη απειλή πως, κάποια μέρα, οι πολλοί θα βρουν τα μέσα να ανατρέψουν τους λίγους με τη βία∙ κι άλλωστε, υπάρχουν διάφορα είδη δουλειάς που δε μπορούν να γίνουν καλά αν η υπακοή είναι αποτέλεσμα της βίας.

Για τους λόγους αυτούς, η υπακοή που πηγάζει μόνο από το φόβο της δύναμης θα πρέπει να μετατραπεί σε μια υπακοή που να έχει τη ρίζα της στη καρδιά του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πρέπει να θέλει ή και να νιώθει την ανάγκη να υπακούσει, κι όχι να φοβάται απλώς την ανυπακοή.

Για να το πετύχει αυτό η εξουσία, πρέπει να αποχτήσει τις ιδιότητες του Πανάγαθου, του Πάνσοφου∙ πρέπει να γίνει Παντογνώστρια. Αν το καταφέρει αυτό η εξουσία, μπορεί να ισχυριστεί πως η ανυπακοή είναι αμαρτία και η υπακοή αρετή–μετά από αυτή την εξαγγελία οι πολλοί θα μπορούν να δεχτούν την υπακοή επειδή είναι κάτι καλό και να απορρίψουν την ανυπακοή σαν κάτι κακό αντί να μισήσουν τον εαυτό τους για τη δειλία τους.

Από την εποχή του Λούθηρου ως το δέκατο ένατο αιώνα, το άτομο είχε να κάνει με φανερές και άμεσες εξουσίες. Ο Λούθηρος, ο Πάπας, οι πρίγκιπες, στήριζαν τις εξουσίες αυτές∙ η μεσαία τάξη, οι εργατικοί, οι φιλόσοφοι ήθελαν να τις ανατρέψουν. Ο αντιεξουσιαστικός αγώνας μέσα στο Κράτος, όπως και μέσα στην οικογένεια, γινόταν συχνά η βάση για την ανάπτυξη μιας ανεξάρτητης και τολμηρής προσωπικότητας.

Η πάλη ενάντια στην εξουσία ήταν αξεχώριστη από τη διανοητική στάση που χαρακτήριζε τους φιλόσοφους του διαφωτισμού και τους επιστήμονες. Αυτή η «κριτική στάση»  ήταν μια στάση πίστης στη λογική και αμφισβήτησης των λόγων ή των σκέψεων που βασιζόταν στη παράδοση, τη δεισιδαιμονία, τα έθιμα, την εξουσία.

Οι δυο αρχές sapere aude  και de omnibus est dubitandum –«τόλμησε να μάθεις» και «για όλα πρέπει να αμφιβάλλουμε»–χαρακτηρίζουν πολύ καλά τη στάση που επέτρεψε και προώθησε την ικανότητα να λέει κανείς «όχι».

Η περίπτωση του Άντολφ Άιχμαν συμβολίζει τη κατάσταση μας κι έχει μια σημασία πολύ πλατύτερη απ΄ αυτή με την οποία ασχολήθηκαν οι κατήγοροι στο δικαστήριο της Ιερουσαλήμ. Ο Άιχμαν είναι το σύμβολο του οργανωμένου ανθρώπου, του αλλοτριωμένου γραφειοκράτη για τον οποίο άντρες, γυναίκες και παιδιά έχουν γίνει αριθμοί. Είναι ένα σύμβολο όλων μας.

Στο πρόσωπο του Άιχμαν μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας. Το πιο τρομαχτικό πράγμα όμως σ΄ αυτή τη περίπτωση είναι πως όταν αποκαλύφτηκε ολόκληρη η ιστορία με βάση τις δικές του παραδοχές, μπόρεσε καλόπιστα, χωρίς κανένα πρόβλημα, να υποστηρίζει την αθωότητα του. Είναι φανερό πως αν ξαναβρισκόταν στην ίδια θέση θα έκανε τα ίδια. Έτσι θα κάναμε κι εμείς–έτσι κάνουμε κι εμείς.

Ο οργανωμένος άνθρωπος έχει χάσει την ικανότητα της ανυπακοής, δεν συνειδητοποιεί καν πως υπακούει. Σ΄ αυτό το σημείο της ιστορίας μας η ικανότητα της αμφισβήτησης, της κριτικής της ανυπακοής, ίσως να είναι το μοναδικό πράγμα που στέκεται ανάμεσα στο μέλλον της ανθρωπότητας και το τέλος του πολιτισμού.

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Η λατρεία της ιεραρχίας


Η λατρεία της ιεραρχίας (των ζητημάτων)


Κάθε φορά που τίθεται στην Ελλάδα ένα ζήτημα που με κάποιο τρόπο επηρεάζει ή ενοχλεί την ορθόδοξη εκκλησία (είτε πρόκειται για την περιουσία της είτε για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες είτε, τέλος, για το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, την πρωινή προσευχή και τις εικόνες στα δημόσια κτήρια), υπάρχει ένα τμήμα της Αριστεράς που διαμαρτύρεται. Κατά κανόνα, το κεντρικό περιεχόμενο της διαμαρτυρίας είναι «αυτό είναι το θέμα μας τώρα; δεν υπάρχουν σοβαρότερα ζητήματα;».
Θα συμφωνήσω –για την οικονομία της συζήτησης, ή και όχι- ότι υπάρχουν σοβαρότερα θέματα από αυτά. Ας πούμε το ζήτημα της υπεράσπισης των προσφύγων, το ζήτημα της προστασίας της εργασίας και της επαναφοράς των συλλογικών συμβάσεων, η καταπολέμηση του φασισμού, η ασφάλιση και η υγεία -πάνω απ’ όλα η υγεία. Δεν καταλαβαίνω όμως με ποιο τρόπο αυτό αποτελεί επιχείρημα για να μην ασχοληθούμε με το ζήτημα των θρησκευτικών και της κατήχησης στα σχολεία. Οι άνθρωποι, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, κάνουμε πολλά πράγματα παράλληλα, άλλα σημαντικότερα και άλλα λιγότερο σημαντικά. Εγώ για παράδειγμα έχω ως πρώτιστη ανάγκη να πάω σούπερ μάρκετ, αλλά αυτό δε με εμποδίζει να πλύνω στο μεταξύ τα πιάτα. Μπορούμε λοιπόν με τον ίδιο τρόπο να απαντήσουμε στο ζήτημα της διδασκαλίας των θρησκευτικών, χωρίς αυτό να επηρεάσει σε τίποτα την πάλη μας για τις συλλογικές συμβάσεις.
Οι πεποιθήσεις είναι ατομικές
Ένα άλλο κριτήριο σχετικά με τις ανάγκες, που υποτιμά ο συλλογισμός αυτού του τμήματος της αριστεράς, είναι το πόσο αυτονόητες είναι και το κατά πόσο συνιστούν κοινό τόπο. Έτσι, ενώ για παράδειγμα η κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής είναι κατά τη γνώμη μου μια ανάγκη πρώτης προτεραιότητας, δεν μπορώ να διεκδικήσω να με πάρουν στα σοβαρά αν υποστηρίξω ότι αυτή η ανάγκη αποτελεί κοινό τόπο στην κοινωνία: αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παλέψω μαζί με όσους την συμμερίζονται για να γίνει πράξη, αναγνωρίζοντας ότι μέχρι τότε υπάρχουν άλλα στάδια τα οποία πρέπει να κατακτηθούν. Αντίθετα, η άποψη ότι οι πεποιθήσεις δεν μπορούν να είναι εξαναγκαστικές και άρα δεν μπορούν να αποτελούν και αναπόσπαστο στοιχείο μιας ενιαίας κουλτούρας, αλλά αποτελούν ατομική υπόθεση, είναι –θεωρητικά τουλάχιστον- κατεκτημένη στην αστική δημοκρατία. Και στην υπόθεση της έντονης παρουσίας θρησκευτικών τελετών στη δημόσια σφαίρα, υπάρχει αντικειμενική παραβίαση αυτής της κοινής στην κοινωνία μας αρχής.
Θρησκεία και δημοσιότητα
Η χριστιανική ορθοδοξία είναι μια πεποίθηση. Για την ακρίβεια, είναι μια σειρά πεποιθήσεων σε αδιάσπαστη ενότητα. Συνίσταται στην άποψη ότι υπάρχει ένα ανώτατο ον, το οποίο ονομάζουμε θεό, το οποίο δημιούργησε τον κόσμο, είναι καλό κι αγαθό, παντοδύναμο και ελεήμον κ.ο.κ., αλλά επίσης και στο ότι ο άζυμος άρτος κατά τη θεία ευχαριστία δε συνιστά βρώση του Κυρίου, η γέμιση του στόματος του βαπτιζόμενου με αλάτι παραβιάζει την ιερότητα του μυστηρίου και διάφορες άλλες τέτοιες διαφορές που προέκυψαν στον χριστιανισμό το 1054 και τον χώρισαν στα δύο.
Προσωπικά δε συμμερίζομαι αυτή την πεποίθηση –ούτε καν την αρχική. Θεωρώ ότι η δημιουργία του κόσμου δεν είναι αποτέλεσμα της δράσης κάποιου ανώτατου όντος, ότι δεν υπάρχει ανώτατο ον και –σύμφωνος με τον αφορισμό του Μπακούνιν- ότι ακόμα κι αν υπήρχε θα έπρεπε να το καταστρέψουμε, καθώς η ελευθερία προϋποθέτει την ισότητα και αντίστροφα και το πραγματικό ήθος δεν βασίζεται στην αναμονή ανταπόδοσης σε κάποια άλλη ζωή. Δεν διεκδικώ ωστόσο αυτή η πεποίθησή μου να διδάσκεται στα σχολεία (πέραν του επιστημονικού κομματιού που αφορά τη δημιουργία του σύμπαντος προφανώς), δεν αξιώνω να υπάρχουν εικόνες του μπινγκ-μπανγκ σε κάθε δικαστήριο, δεν ζητάω να τραγουδούν κάθε πρωί τα παιδιά στο σχολείο το A las barricadas, τον ύμνο των Ισπανών αναρχοσυνδικαλιστών, ούτε να καθιερωθεί ένας δημόσιος όρκος στο όνομα της υποκειμενικής πεποίθησής μου που να έχει καθολική ισχύ. Το ίδιο όμως απαιτώ και για κάθε άλλη υποκειμενική πεποίθηση.


Στην Ελλάδα υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ενεργών χριστιανών ορθοδόξων, ένας ακόμα μεγαλύτερος αριθμός ανενεργών χριστιανών ορθοδόξων και ένας πολύ μεγάλος αριθμός αθέων, άθρησκων, αγνωστικιστών, μουσουλμάνων, καθολικών ή οτιδήποτε άλλο. Η εντελώς εμφατική κυριαρχία του ορθόδοξου χριστιανισμού στη δημόσια σφαίρα, συμπεριλαμβανόμενης της δημόσιας εκπαίδευσης, αποτελεί αντικειμενική παραβίαση της αρχής της ισονομίας που είναι κοινή στην αστική δημοκρατία και τείνει να αντικειμενικοποιήσει μια υποκειμενική πεποίθηση. Έπρεπε να έχει αρθεί χθες, και αφού δεν έγινε πρέπει να αρθεί σήμερα.
«Έχει προσφέρει έργο»
Θεωρώ εντελώς διάτρητα δύο αντεπιχειρήματα που προβάλλονται. Το πρώτο είναι ότι «η εκκλησία έχει προσφέρει σημαντικό έργο». Πιθανόν. Πιθανόν και όχι. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση αυτό δε μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα για την θεσμοθέτηση μιας πεποίθησης. Έργο μπορεί να έχουν προσφέρει το ΚΚΕ, οι πρόσκοποι και η οργάνωση Lions, ο Σημίτης που έφτιαξε τη γέφυρα Ρίου – Αντιρίου, το μετρό και μας έβαλε στο ευρώ, μερικές δεκάδες ΜΚΟ και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Αυτό δε σημαίνει ότι οι πεποιθήσεις τους θα διδάσκονται στα σχολεία ως αντικειμενικές πραγματικότητες, δημιουργώντας σύγχυση ανάμεσα στην υποκειμενική πίστη και την επιστημονική γνώση, την οποία προωθεί το σχολείο.
Ταυτότητες
Το δεύτερο είναι ότι η ορθόδοξη πίστη, ανεξάρτητα από τις δογματικές της λεπτομέρειες, αποτελεί αναπόσπαστη παράδοση της ελληνικής ταυτότητας. Αυτό όμως είναι ψευδές. Αυτό, για την ακρίβεια, υπήρξε μια προσπάθεια της ελληνικής εκκλησίας και του ελληνικού κράτος, αμέσως μετά τη συγκρότησή του και επιχειρήθηκε σε συνδυασμό με την καταστολή άλλων θρησκευτικών, γλωσσικών και εθνικών παραδόσεων. Στην πορεία του 20ού και του 21ού αιώνα ωστόσο, στον ελλαδικό χώρο αναπτύχθηκαν ταυτότητες και παραδόσεις πολύ πλούσιες, που δεν σχετίζονται με την ορθοδοξία, Σταχυολογώ την αντιφασιστική αντίσταση, το εργατικό κίνημα, τον δημοτικισμό και την αντιδικτατορική πάλη που αντικειμενικά επηρέασαν την ελληνική ταυτότητα, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την ορθόδοξη παράδοση και την εκκλησία. Ένα μεγάλο μέρος των ταυτοτήτων που συνυπάρχουν στον ελλαδικό χώρο δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την ορθόδοξη παράδοση. Η σύνδεση αυτή είναι τόσο αληθινή όσο το να λέγαμε ότι ελληνική ταυτότητα συγκροτεί το να υποστηρίζεις τον Ολυμπιακό.
Δεν έχω καμία αντίρρηση –είμαι αντίθετα πεπεισμένος υπέρμαχος- για την ιδέα να ασχοληθούμε με τις προτεραιότητες. Στα σχολεία να υπάρχουν καθηγητές, στα δημόσια νοσοκομεία γιατροί και μηχανήματα και ούτω καθ’ εξής. Η ιδέα όμως ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν αφήσουμε ανέγγιχτη την κυριαρχία της ορθόδοξης εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα υπονοεί μια ιστορικά καταστρεπτική ιδέα: ότι η πάλη για τις προτεραιότητες προϋποθέτει την ουδετερότητα απέναντι σε μια σειρά άλλων ζητημάτων, προκειμένου να συσπειρώσει περισσότερο κόσμο. Η συντηρητική αυτή ιδέα υπονοεί ότι μπορεί η κοινωνία να προχωρά στο ένα πεδίο παραμένοντας ακίνητη στο άλλο. Να αναπτύσσει κίνημα οικονομικών διεκδικήσεων αλλά να αδιαφορεί για τους πρόσφυγες. Να παλεύει για τους ελεύθερους χώρους χωρίς να την απασχολεί ο σεξισμός. Να συζητά για την πρόοδο χωρίς να θέτει το ζήτημα της ανεξαρτησίας της δημόσιας σφαίρας από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Αυτός ο συντηρητισμός επιστρέφει πάντα από το παράθυρο και τον πληρώνουμε παντού με τον νόμιμο τόκο.
Η ιστορία απέδειξε ότι η ανοχή σε τέτοιου τύπου παραδόσεις γεννά Χριστόδουλες. Οι Χριστόδουλες γεννούν Χρυσές Αυγές. Οι Χρυσές Αυγές –εκτός των άλλων- γεννούν και πτώση των μισθών. Δε μπορούμε να μένουμε ακίνητοι σε ένα τρένο που κινείται και η απουσία θέσης συνιστά πάντα θέση –με την έννοια της υπαρξιστικής επιλογής.
Ναι, πρέπει να φύγει κάθε θρησκευτική αναφορά από τη δημόσια σφαίρα, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα δικαστήρια, τις δημόσιες υπηρεσίες. Πρέπει να απαλλαχτούμε όσοι δεν είμαστε χριστιανοί ορθόδοξοι από την κατοχή μιας πεποίθησης που δεν επιλέξαμε ή –για να γίνω λιγότερο θεωρητικός- από την ταλαιπωρία να πρέπει να εξηγήσουμε σε κάθε δημόσια υπηρεσία ότι τον γιο μας τον λένε Παναγιώτη παρότι δεν εμφανίζεται χαρτί βάπτισης στο δημοτολόγιο.
Όποιος συνεισφέρει σε αυτή την αλλαγή, έχει συνεισφέρει σε κάτι καλό. Μπορούμε να συνεχίσουμε να διαφωνούμε μαζί του και να ανταγωνιζόμαστε τις περισσότερες από τις πολιτικές του, χωρίς να είμαστε ένοχοι αποπροσανατολισμού.

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

«Το σεξ είναι βρόμικο μόνο όταν γίνεται σωστά.»


Η κρυφή γοητεία του σεξισμού


willy-van-rooy-in-daniel-hechter-photo-by-helmut-newton-for-vogue-paris-february-1971
«Οι υπερβολές στη σεξουαλική ζωή είναι ένα σημάδι της αποσύνθεσης της μπουρζουαζίας.»
Βλαδίμηρος Ίλιτς Λένιν
«Το σεξ είναι βρόμικο μόνο όταν γίνεται σωστά.»
Γούντυ Άλλεν
«Στις σεξουαλικές μου φαντασιώσεις, κανένας δεν μ’ αγαπάει για το μυαλό μου.»
Nora Ephron
«Το σεξ είναι ένας από τους εννέα λόγους για μετενσάρκωση. Οι υπόλοιποι οκτώ είναι άνευ σημασίας.»
Henry Miller
«Κάτω από τον ομφαλό δεν υπάρχει ούτε θρησκεία ούτε αλήθεια.»
Ιταλική παροιμία

(Πρελούδιο: Σε προηγούμενο κείμενο κάποιος σχολιαστής συμπέρανε αυθαίρετα ότι ο υποφαινόμενος Γελωτοποιός ζητάει την επιείκια των αναγνωστών, για τις αυθαιρεσίες του και τους (συχνά λανθασμένους ή υπερβολικούς) στοχασμούς του, χωρίς να αναφερθούμε στις αντιφάσεις.
Μέγα λάθος. Γράφω ό,τι θέλω να γράψω, χωρίς φόβο, αλλά με πάθος. Όποιος θέλει διαβάζει τα κείμενα, κι όπως θέλει τα κρίνει, ελεύθερα.
Είναι πολλά πράγματα στη ζωή με τα οποία συμβιβαζόμαστε, για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να ζούμε. Ε, λοιπόν, στην τέχνη μας και στη σκέψη μας, θα κάνουμε ό,τι θέλουμε, χωρίς κανένα συμβιβασμό, χωρίς αυτολογοκρισία.
Τίποτα δεν πρέπει να απαγορεύεται στην έκφραση της άποψης, γιατί όλα είναι απόψεις της αλήθειας, αλήθεια δεν υπάρχει.)

Καθώς η γλώσσα που μιλάμε φτωχαίνει, μαθαίνουμε να χρησιμοποιούμε αφειδώς και άστοχα κάποιες λέξεις με κατάληξη σε -ης που είναι πολύ της μόδας: Λαϊκιστής, φασιστής (ο φασίστας, όπως το έγραφε ο Καζαντζάκης), αντικομμουνιστής, εθνικιστής, σεξιστής κ.α.
Έτσι ξαφνικά, ζώντας τη φυλετική αχρωματοψία που τόσο αγαπάει η Τ.Ι.Ν.Α., όποιος αναφέρεται σε φυλή και χρώμα, θεωρείται ρατσιστής (κι ο Μάλκολμ Εξ, που έλεγε τους ομόφυλους του νέγρους, ήταν ο μέγιστος).
Όποιος μιλάει για πατρίδα, ακόμα κι αν είναι ο Ελύτης, γίνεται αυτομάτως εθνικιστής.
Όποιος αναφέρεται στα εγκλήματα του κράτους του Ισραήλ είναι αντισημιτιστής, κι εκείνος που δεν έχει τον «πατερούλη» Στάλιν για εικόνισμα είναι αντικομμουνιστής.
Όποιος θίγει το παράλογο οικονομικό σύστημα του νεοφιλελευθερισμού είναι λαϊκιστής κι όποιος αμφιβάλλει για την εναλλακτική «ιατρική» είναι εύκολο θύμα ή συνένοχος των φαρμακευτικών εταιρειών -κορπορατιστής.
Όποιος εκφράζει μια γνώμη με την οποία διαφωνούμε είναι πάντα φασίστας (φασιστής, κύριε Νίκο), είτε έρχεται απ’ τ’ αριστερά είτε απ’ τα δεξιά, είτε απ’ το κέντρο.
Κι ας μην αναφερθούμε στις θρησκείες, όπου το -ισμός του καθενός έχει πάντα το πρόσωπο του Αληθινού Θεού (τόσοι πολλοί αληθινοί θεοί υπάρχουν ή μήπως είναι μόνο θεϊσμός;)
~~
Μα η καινούρια μωρία του διαδικτύου είναι η απόδοση του Ύψιστου Παράσημου του σεξιστή.
Αυτό το παράσημο το παίρνουν μόνο άντρες. Χωρίς να έχει σημασία η πραγματική έννοια της λέξης, σεξιστής χαρακτηρίζεται κάθε άντρας που ανεβάζει τη φωτογραφία μιας γυμνής-ημίγυμνης γυναίκας (ενώ οι γυναίκες που ποστάρουν φωτογραφίες από γεροδεμένους ημίγυμνους πυροσβέστες είναι απλώς απελευθερωμένες).
Δεν χρειάζεται κάποιο σχόλιο, υποτιμητικό για το γυναικείο φύλο. Κατά κάποιο παράξενο τρόπο, ακατανόητο, είναι υποτιμητικό, σεξιστικό, να προβάλεις σεξουαλικά (και μόνο) το γυναικείο σώμα. Λες και πρέπει πάντα να συνοδεύεται η γυμνή φωτογραφία με το πλήρες βιογραφικό.
Καθώς μπερδεύουμε τις έννοιες στο μυαλό μας, ο σεξισμός δεν έχει να κάνει με την νοοτροπία διακρίσεων βάση του φύλου, αλλά γίνεται ένας εύκολος τρόπος για να «στριμώξουμε» όσους άντρες αποθεώνουν το γυναικείο σώμα, έτσι απλά και ξεκάθαρα, χωρίς ν’ ασχολούνται ταυτόχρονα και με την ιστορία του φεμινιστικού κινήματος.
~~
Στην προσπάθεια να γίνουμε πολιτικά ορθοί, κάθε λέξη που θυμίζει σεξ γίνεται το έρεισμα προκειμένου κάποιοι νανοκέφαλοι, θωρακισμένοι σεξουαλικά άνθρωποι, να εκτοξεύσουν τα στεγνά, ανοργασμικά βέλη τους προς κάθε «σεξιστή».
Το διαδίκτυο και η ευρύτερη κοινωνία πολιορκείται και κυριαρχείται από παραφύσιν άτομα, που θεωρούν τη σεξουαλικότητα ως σημάδι παρακμής των ηθών.
Αυτό που είναι τόσο φυσικό όσο το νερό που πίνουμε, το σεξ, είναι πλέον έννοια απαγορευμένη και παρεξηγήσιμη, σαν να ζούμε σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο για τους μητροπολίτες (τα κατεξοχήν παραφύσιν άτομα).
Και ξαφνικά, μέσα στο νεοπουριτανισμό που αναδύεται απ’ τα social media, κάθε φωτογραφία του Helmut Newton είναι σεξιστική -ακόμα κι ο Σαραμάγκου σεξιστής αποκαλέστηκε απ’ τους άμουσους.
Πρόσφατα δημιουργήθηκε «σάλος» επειδή το facebook κατέβασε, θεώρησε απρεπή, τη φωτογραφία του κοριτσιού του Βιετνάμ, του κοριτσιού που τρέχει να σωθεί απ’ τις ναπάλμ των Αμερικάνων που έκαψαν τα ρούχα της.
Λίγες μέρες πριν το facebook είχε κατεβάσει ένα δικό μου κείμενο, για τη γενοκτονία των Αμερινδιάνων, επειδή είχα χρησιμοποιήσει μια «γυμνή» φωτογραφία Ινδιάνων του Αμαζονίου, του Sebastião Salgado, του σημαντικότερου εν ζωή φωτογράφου
Κι ένα κείμενο μου που αναφερόταν στην ερωτική μισόγυμνη γυναίκα χαρακτηρίστηκε από κάποια δημοσιογράφο της Αυγής μνημείο μισογυνισμού («Σχεδόν γυμνή είσαι πιο ερωτική»

Είμαι εναντίον κάθε απαγόρευσης, όσον αφορά την ελευθερία έκφρασης. Γιατί αν δεχτείς να απαγορευτεί κάτι (ακόμα και το «Ο Αγώνας μου», του Χίτλερ), δημιουργείται το δεδικασμένο για να απαγορευτεί κάτι άλλο (όπως το «Θεός και Κράτος» του Μπακούνιν ή η «Λολίτα» του Ναμπόκοφ).
Όμως είμαι βέβαιος, ότι η χείριστη απαγόρευση είναι εκείνη της ερωτικότητας, της σεξουαλικότητας.
Γιατί χωρίς ερωτισμό, χωρίς σεξ, δεν μπορεί να υπάρξει ζωή (ούτε όμορφη ζωή).
~~
Για να προλάβω τους κήνσορες, θα πρέπει να παραδεχτώ ότι σύμφωνα με τα μέτρα και τα σταθμά τους είμαι σεξιστής.
Είμαι άντρας, ετεροφυλόφιλος, και με ελκύουν σεξουαλικά οι γυναίκες. Με ερεθίζουν ερωτικά οι γυναίκες.
Πρώτα απ’ όλα είναι η εικόνα τους. Το σώμα τους, ο τρόπος που περπατάνε ή γελάνε (ή μελαγχολούν). Το πρόσωπο τους, μια αδιόρατη λεπτομέρεια που το κάνει μοναδικό.
Ας γίνω πιο «σεξιστής». Μου αρέσουν τα γυναικεία στήθη, έτσι όπως προβάλλονται απ’ το ντεκολτέ ή φαίνονται κάτω απ’ την μπλούζα. Καθένα ζεύγος με την προσωπικότητα του, να χωράει σε ποτήρι σαμπάνιας, μπύρας ή να μη χωράει πουθενά.
Το γυναικείο στήθος είναι ένα δώρο σεξουαλικότητας, δεν είναι μόνο για να θηλάζουν τα μωρά -και τα παιδιά μας. Δεν υπάρχει αρχαίο γλυπτό χωρίς βυζί, θεάς ή θνητής (οι δωδεκαθεϊστές δεν ήταν σεμνότυφοι).
Κι η Θεά της Κρήτης, κυκλοφορούσε γυμνόστηθη στα σοκάκια της Κνωσού.
~~
Αφού το έφτασα ως εδώ ας γίνω ακόμα πιο σεξιστής: Μ’ αρέσει ο γυναικείος κώλος. Πείτε ‘τον «γλουτούς», «οπίσθια», πείτε ‘τον όπως θέλετε. Αλλά το νόημα μένει ίδιο.
Κι αυτός βγαίνει σε χίλια δυο σχήματα. Σαν αχλάδι, σαν μήλο, σαν πεπόνι, σαν κάποιο φρούτο που δεν ξέρεις πώς να το πεις.
Κι είναι ντυμένος με τζην, με κολάν, να διαγράφεται κάτω από τη φούστα, ή με το εσώρουχο-μαγιό να πλαισιώνεται, ή τελείως γυμνός, σε χαμηλό φωτισμό.
~~
Ας γίνω περισσότερο σεξιστής. Μ’ αρέσει το μουνί.
Δεν θα το αποκαλέσω αιδοίο, δε με νοιάζει να είμαι πολιτικά ορθός.
(Το αστείο με αυτούς που έριξαν στην (α)Βουλή φυλλάδια με τη «ρήση» του Σαραμάγκου, είναι ότι δεν τόλμησαν καν να γράψουν τη λέξη πουτάνα. Άφησαν κενό εκεί όπου ο Πορτογάλος κραύγαζε: Πουτάνες! -και φυσικά δεν έβριζε τις μητέρες, αλλά τους πολιτικούς.)
Επιστροφή στο μουνί.
Μ’ αρέσει αυτό το θαύμα που απλώνεται δαντελωτό και πολύχρωμο, με την κλειτορίδα να στέκεται εκεί σαν κοχύλι, που πρέπει να ψάξεις στην αμμουδιά για να το βρεις, μ’ αρέσει και ο λαβύρινθος της εσωτερικότητας, αυτό που ο Χένρι Μίλλερ παρομοίαζε στον Τροπικό του Αιγόκερω με χταπόδι.
Μ’ αρέσει η γεύση του κι η μυρωδιά του, πικραμύγδαλο με αλάτι.
~~
Μ’ αρέσει κάθε εκατοστό απ’ το δέρμα της γυναίκας που αγκαλιάζω. Εκείνο το σημείο στο λαιμό που τη κάνει να γαργαλιέται και το άλλο ανάμεσα στα πόδια της που τη κάνει να βογκάει.
Τα δάκτυλα της και τα μαλλιά της και η βραχνή φωνή της, το πρόσωπο της, οι κόρες των ματιών που διαστέλλονται όταν με κοιτάει.
Εκείνη τη στιγμή, εκείνες τις ώρες, δεν υπάρχουν δύο άνθρωποι, διαφορετικού φύλου (ή και του ίδιου, αν αυτό τους ερεθίζει), υπάρχει μόνο ένας θεός, αρσενικός και θηλυκός μαζί, είμαστε εμείς, χωρίς -ισμούς, χωρίς εγωισμούς, μόνο με απόλαυση.
Εκείνη τη στιγμή δεν ασχολείσαι με τα πτυχία του άλλου, με τις γνώσεις του και με τα επιτεύγματα του στην εργασία ή/και στην τέχνη. Το σεξ είναι ζωώδες, δεν είναι αποτίμηση του βίου του εραστή σου.
~~
Το σεξ είναι σωματικό, ο ερωτισμός είναι πνευματικός.
Αυτό που θα σε κάνει να ερεθιστείς, να ποθήσεις, να ερωτευτείς, μπορεί να είναι κάτι κοινότοπο και συνηθισμένο, όπως ένα μεγάλο στήθος, ένας σφριγγηλός κώλος, δυο γαλάζια μάτια σε όμορφο πρόσωπο, ή κάτι παράξενο, όπως το μικρό κενό στα μπροστινά δόντια, τα μακριά δάκτυλα, το χρώμα απ’ τις θηλές, ο τρόπος που προφέρει τις λέξεις.
Ό,τι και να συμβεί, όπως και να συμβεί, είναι κάτι δικό σου, κομμάτι του ερωτισμού σου.
Εκείνοι κι εκείνες που μιλάνε για σεξισμό όταν βλέπουν ένα γυναικείο γυμνό σώμα, είναι άνθρωποι που σκότωσαν το σεξ, προσθέτοντας -ισμούς σε κάτι τόσο μοναδικό, τόσο προσωπικό, τόσο αρχέγονο.
~~
Ο σεξουαλικός προσανατολισμός και το γούστο του καθενός είναι επιλογή. Κανόνας υπάρχει μόνο ένας: «Αρκεί να συμφωνούν και οι δύο». (Τρεις ή τέσσερις ή πενήντα, ο αριθμός δεν έχει σημασία αν υπάρχει συναίνεση. Αλλά πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο, γιατί αλλιώς είναι μαλακία.)
Και σίγουρα μόνο οι άνθρωποι που έχουν πολλά να κρύψουν, εκείνοι που καταπίνουν την κάμηλο και διυλίζουν τον κώνωπα, οι πουριτανοί, οι ανοργασμικοί, οι ηθικολόγοι, μόνο εκείνοι ενοχλούνται απ’ το γυμνό σώμα -και τις γυμνές λέξεις.
~~
Η φωτογραφία είναι (φυσικά) του Helmut Newton, ίσως του πιο ερωτικού φωτογράφου. Αν αυτός κι ο Milos Manara είναι σεξιστές, όπως κι ο Εμπειρίκος ήταν, τότε πολύ ευχαρίστως θα δεχόμουν να μπω στην παρέα τους -και στις φαντασιώσεις τους.http://sanejoker.info/2016/10/sexism.html
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες